Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: Ὁ Διάλογος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Ἑτεροδόξους, κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη


Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος: Ὁ Διάλογος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Ἑτεροδόξους, κατά τόν π. Ἰωάννη Ρωμανίδη


Τό ὅλο θεολογικό ἔργο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη δέν ἦταν ἰδεολογικό καί ἐθνικιστικό, ἀλλά, κυρίως, θεολογικό, πνευματικό, ἐκκλησιαστικό καί ἑνοποιητικό στούς τέσσερες τομεῖς, ἤτοι στήν ἑνότητα μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, μεταξύ ἑβραϊκῆς καί ἑλληνικῆς σκέψεως, μεταξύ ἑλληνοφώνων καί λατινοφώνων Ρωμαίων Πατέρων, καί μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί ἄλλων Ὁμολογιῶν. Συνέδεε τήν θεολογία τῶν Προφητῶν, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί μέσα ἀπό τήν δική τους ἐμπειρία καί διδασκαλία κατήρτισε τά βασικά στοιχεῖα τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν εὐφυΐα του καί τά πολλά διανοητικά του χαρίσματα, ὅπως καί μέ τήν συνάντησή του μέ μεγάλους ἡσυχαστές, διαμόρφωσε ὅλη αὐτήν τήν θεολογία σέ μιά σημαντική προοπτική ἑνότητας. 

Ἡ καλή χρήση τῆς ἑλληνικῆς, ἀγγλικῆς καί γαλλικῆς γλώσσας τόν ἔφεραν στά σπουδαιότερα κέντρα διαλόγου, ἤτοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μέ τούς Παπικούς, τούς Προτεστάντες, τούς Ἀντιχαλκηδονίους - Μονοφυσίτες, τούς Ἑβραίους καί τούς Μουσουλμάνους. Αὐτό τόν ἔκανε νά τεκμηριώση ἀκόμη περισσότερο τίς ἀπόψεις πού εἶχε σχηματίσει μέ τίς μελέτες πού προηγήθηκαν. 
Ἑπομένως, τό θεολογικό ἔργο τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδη ἦταν ἔργο ἑνότητος καί ὄχι διασπάσεως, ἔργο οὐσίας καί ὄχι περιφέρειας, ἔργο ἀγάπης καί ὄχι μίσους, ἦταν ὄντως θεολογικό, προφητικό, ἀποστολικό καί πατερικό ἔργο στήν ἐποχή μας. Καί γι’ αὐτό ἀξίζει ὄχι ἁπλῶς νά μελετηθῆ, ἀλλά νά συγκεντρωθῆ, νά μεταφρασθῆ καί νά ἐκδοθῆ σέ πολλούς τόμους.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Τρίτη 3 Οκτωβρίου 2017

«Πῶς θεολογοῦσαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες» Πατερική Θεολογία, 28ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης



Συνεχίζουμε σήμερα τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδου καί νομίζω θά εἶναι καί τό τελευταῖο μας μάθημα. Τά ὑπόλοιπα τοῦ βιβλίου εἶναι εἰδικά πράγματα γιά τίς αἱρέσεις καί τούς αἱρετικούς πού δέν μᾶς ἐνδιαφέρουν ἰδιαίτερα. Οἱ ἅγιοι Πατέρες τούς ἀντιμετώπισαν καί τούς καταδίκασαν μέ τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Θά ποῦμε σήμερα «Πῶς οἱ Πατέρες θεολογοῦν». Αὐτός εἶναι ὁ τίτλος τῆς σημερινῆς ὁμιλίας. Ἔχει σημασία νά γνωρίζουμε τόν τρόπο πού οἱ Πατέρες μιλᾶνε, γιατί πάντοτε ἀναφύονται καινούρια θέματα στήν Ἐκκλησία καί προσωπικά σέ μᾶς, ἀλλά καί γενικότερα, πού ἀφοροῦν ὅλη τήν Ἐκκλησία, γιά τά ὁποῖα πρέπει νά δώσει ἀπαντήσεις καί ἡ Ἐκκλησία καί ὁ καθένας μας. Αὐτές τίς ἀπαντήσεις χρειάζεται νά τίς ἀνακαλύψουμε, νά ξέρουμε ὅτι φτάσαμε στήν σωστή ἀπάντηση. Νά πῶ ἕνα παράδειγμα, γιά νά μήν εἴμαστε ἀφηρημένοι. Ὑπάρχουν πάρα πολλά θέματα πού δημιούργησε ἡ πρόοδος τῆς ἰατρικῆς, τά προβλήματα βιοηθικῆς, ἄν ἐπιτρέπεται νά γίνεται κάτι ἤ ὄχι. Ἄν ἐπιτρέπεται νά γίνεται τεχνητή γονιμοποίηση ἤ δέν ἐπιτρέπεται καί οἱ ποικίλες μέθοδοι πού ὑπάρχουν. Πῶς θά ἀπαντήσουμε σ’ αὐτά τά προβλήματα. Ποιά εἶναι ἡ σωστή μεθοδολογία, γιά νά βροῦμε τήν σωστή ἀπάντηση. Εἶναι ἁπλῶς νά ἐρευνήσουμε τά βιβλία μας, νά ψάξουμε τά βιβλία μας; Καί ὅποιος διαβάσει πιό πολλά βιβλία θά βρεῖ ἄραγε τήν ἀπάντηση; Ἤ ὑπάρχει καί κάτι ἄλλο, τό ὁποῖο μᾶς ἐπιβεβαιώνει γιά τήν ὀρθότητα τῆς ἀπάντησης; Πράγματι ὑπάρχει καί κάτι ἄλλο, τό ὁποῖο εἶναι καί τό πιό σημαντικό, ἡ ζῶσα ἐμπειρία τῶν Ἁγίων, τῶν ζωντανῶν Ἁγίων.
Ἀξιωθήκαμε νά γιορτάσουμε τήν ἁγιοκατάταξη, καί ὄχι ἁγιοποίηση, ὅπως λανθασμένα λένε πολλοί, τοῦ πατρός Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, τοῦ πολύ μεγάλου Γέροντος. Πού σημαίνει ὅτι ἡ ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί σήμερα συνεχίζει νά παράγει Ἁγίους. Γιατί ἡ Ἐκκλησία δέν εἶναι ἕνας σύλλογος ἀνθρώπων πού ἔχουν κάποια κοινά πιστεύω, ἀλλά εἶναι τό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ὁ καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν εἶναι ἄλλος παρά οἱ Ἅγιοι.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

α. Στοχασμός, θεολογία καί ἐπιστήμη β. Διαφορά Ὀρθοδόξων - αἱρετικῶν καί ὁ ἀληθινός Θεολόγος Πατερική Θεολογία, 23ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης


Ἀκούστε τήν ὁμιλία ἐδῶ: α. Στοχασμός, θεολογία καί ἐπιστήμη

Συνεχίζουμε, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννη τοῦ Ρωμανίδη τό κεφάλαιο «Στοχασμός στήν Ὀρθόδοξη θεολογία». Ἔχουμε πεῖ ὅτι ἡ θεολογία δέν εἶναι στοχαστική ἀλλά εἶναι ἀληθινή, εἶναι ἐμπειρική θεολογία. Στήν Ὀρθόδοξη θεολογία ὑπάρχει ἄραγε στοχασμός; Λέει ὁ π. Ἰωάννης «ὑπάρχει καί στοχασμός, ὅπως ἀκριβῶς ὑπάρχει στοχασμός καί στίς θετικές ἐπιστῆμες. Στίς θετικές ἐπιστῆμες ὁ κάθε ἐρευνητής, γιά νά προχωρήσει στήν ἔρευνά του, προβάλλει συνεχῶς ὑποθέσεις καί δέν τολμάει νά υἱοθετήσει τίς ὑποθέσεις αὐτές καί νά τίς μεταβάλει σέ ἀξιώματα, πρίν ἐλεγχθεῖ ἡ ὀρθότητά τους ἀπό τήν ἐμπειρία, δηλαδή τήν ἐμπειρική γνώση μέ βάση τίς ἐπιστημονικές μεθόδους». Κάνει πειράματα καί ἐπαληθεύει αὐτό πού ὑποθέτει πώς εἶναι ἀληθινό. «Στίς θετικές ἐπιστῆμες δέν θά μποροῦσε νά ὑπάρξει πρόοδος, ἄν δέν ὑπῆρχε ὁ στοχασμός ἐπάνω στίς κτηθεῖσες γνώσεις. Μέ βάση αὐτόν τόν στοχασμό οἱ ἐπιστήμονες δημιουργοῦν θεωρίες καί προβάλλουν ὑποθέσεις, τίς ὁποῖες ἐν συνεχεία ἐλέγχουν μέ τήν παρατήρηση καί τό πείραμα, ἄν εἶναι ὀρθές». Ἔχουν κάποια δεδομένα, τά συνθέτουν μέ τή σκέψη τους καί φτιάχνουν μιά θεωρία, ἡ ὁποία ἑρμηνεύει, θά λέγαμε, αὐτά τά δεδομένα πού ἔχουν. Ἀλλά θά πρέπει μετά αὐτή τήν θεωρία νά τήν ἐπαληθεύσουν καί μέ τό πείραμα.
«Ὁ στοχασμός ὅμως, πού ὑπάρχει στήν Ὀρθόδοξο Θεολογία, συνεχῶς λιγοστεύει ὅσο κανείς προχωρεῖ στήν θεογνωσία». Ὅσο γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τόν Θεό καί τά περί τοῦ Θεοῦ τόσο ὁ στοχασμός μειώνεται, «διότι ὁ στοχασμός αὐτός ἐλέγχεται καί περιορίζεται συνεχῶς ὑπό τό φῶς τῆς ἀποκαλύψεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» καί δέν χρειάζεται πλέον ὁ ἄνθρωπος νά στοχάζεται ἀλλά ἔχει ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. «Οἱ στοχασμοί καί οἱ ὑποθέσεις ἀντικαθίστανται ἀπό τήν γνώση», πού βιώνει ὁ ἄνθρωπος πού καθαρίζεται καί φωτίζεται. «Προχωρώντας κανείς ἀπό τήν κάθαρση στόν φωτισμό, ὁ στοχασμός μειώνεται. Πλήρης κατάργηση τοῦ στοχασμοῦ συμβαίνει ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάσει στήν θέωση, ὅταν δηλαδή ἀντικρύσει τήν ἴδια τήν Ἀλήθεια, ἡ ὁποία τοῦ ἀποκαλύπτεται καί ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός». Μάλιστα ἐκεῖ, στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, καταργεῖται καί ἡ προσευχή, ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ἔχει βρεῖ αὐτό πού ζητάει μέ τήν προσευχή του, τόν Θεό.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Παρασκευή 30 Ιουνίου 2017

π. Ἰωάννης Ρωμανίδης - Οἱ ἄνθρωποι πού δέν βλέπουν τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι φυσιολογικοί


 Η Εκκλησία εις την περιγραφήν του Παύλου ομοιάζει με ψυχιατρικήν κλινικήν. Η αντίληψίς του όμως δια την νόσον της ανθρωπίνης προσωπικότητος είναι πολύ πιό διορατική απ' ό,τι είναι σήμερον γνωστόν εις την σύγχρονον ιατρικήν.

Δια να κατανοήσωμεν αυτήν την πραγματικότητα, πρέπει να ίδωμεν μέσω του Παύλου την Βιβλικήν κατανόησιν της φυσιολογικής και της μη φυσιολογικής καταστάσεως του ανθρώπου.
 
Ο νοσών άνθρωπος αποκαθίσταται εις την φυσιολογικήν του κατάστασιν, όταν οδηγήται "εις πάσαν την αλήθειαν" υπό του Πνεύματος της Αληθείας, δηλαδή εις την θέαν του Χριστού εν τη δόξη του Πατρός Του (Ιω. 17). Οι άνθρωποι που δεν βλέπουν την δόξαν του Θεού δεν είναι φυσιολογικοί. "Πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού" (Ρωμ. 3:23). Με άλλα λόγια ο μόνος άνθρωπος, που εγεννήθη εις την φυσιολογικήν Του κατάστασιν είναι ο Κύριος της δόξης ο Οποίος γεννηθείς σαρκί εκ της Θεοτόκου ανέλαβε εκουσίως τα αδιάβλητα πάθη (τ.έ. πείναν, δίψαν, κόπωσιν, ύπνον, φθοράν, θάνατον, φόβον θανάτου), παρ' ότι ως κατά φύσιν πηγή της ακτίστου "δόξης," καταργεί ταύτα. Η άλλη όψις του εν λόγω θέματος είναι, ότι ο Θεός δεν αποκαλύπτει την δόξαν Του εις τον καθένα, διότι δεν θέλει να κολάση τους μη καταλλήλως προητοιμασμένους με ανιδιοτελή αγάπην. Η έκπληξις των προφητών της Π. Δ., ότι ηδύναντο να ζούν ακόμη, παρ' ότι είδον τον θεόν, και η παράκλησις του λαού προς τον Μωϋσή να ζητήση από τον Θεόν να σταματήση να δείχνη την δόξαν Του, την οποίαν δεν ηδύναντο να υποφέρουν πλέον, είναι εν προκειμένω σαφώς επιβεβαιωτικά.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

π. Ἰωάννης Ρωμανίδης - Τά ἱερά λείψανα


 Υπάρχουν δύο γενικά είδη αγίων λειψάνων, αυτά που ευωδιάζουν και αυτά που και σώζωνται ολόκληρα ή σχεδόν ολόκληρα. Φαίνεται ότι τα πρώτα ανήκουν εις τους αγίους που ευρίσκοντο εις την κατάστσιν φωτισμού όταν εξεδήμησαν και τα δεύτερα εις αγίους που ευρίσκονται εις κατάστασιν δοξασμού. 

Από μαρτυρίας πατέρων προκύπτει το γεγονός ότι η άκτιστος δημιουργική, συνεκτική, προνοητική, καθαρτική, φωτιστική και θεωτική ενέργεια του Θεού είναι απλή, διαιρείται αδιαιρέτως και πανταχού παρούσα ενεργεί τα πάντα εν πάσι.
Έτσι ο θεούμενος εν Αγίω Πεύματι ευρισκόμενος βλέπει ως μέλος του Σώματος του Χριστού τον Πατέρα εν τω ενσαρκωθέντι Λόγω έσωθεν. Αυτών τα σώματα διατηρούνται τοιουτοτρόπως αφού η νοερά ενέργειά τους συνεχίζει να στροφαλίζεται κυκλικώς εντός της καρδίας τους εν κοινωνία με την θεωτικήν ενέργειαν της Αγίας Τριάδος. Πιθανόν θα ημπορούσαμεν να δούμεν τον στροφαλισμόν αυτόν με μαγνητικό αξωνικό τομογράφο.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

α. Σχέση Θεοῦ καί κτίσης, β. Ἡ θέωση Πατερική Θεολογία, 15ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης


Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:α. Σχέση Θεοῦ καί κτίσης, β. Ἡ θέωση

Ἔχουμε πεῖ πολλές φορές ἐδῶ σ’ αὐτά τά μαθήματα πού κάνουμε ἀπό τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδη, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀπερίγραπτος, εἶναι ἀκατάληπτος, εἶναι ἀπερινόητος, εἶναι ἀόρατος. Ὅλα αὐτά πάλι δέν περιγράφουν τόν Θεό, ἀλλά μᾶς λένε τί δέν εἶναι ὁ Θεός, γιατί μεταξύ Θεοῦ καί κτισμάτων-δημιουργημάτων, δηλαδή ἀνθρώπων καί ὅλου τοῦ σύμπαντος δέν ὑπάρχει καμιά ὁμοιότητα. Δέν μποροῦμε νά βροῦμε κάτι δηλαδή, εἴτε πρᾶγμα, εἴτε καί λέξη ἀκόμα, πού νά μᾶς λέει τί εἶναι ὁ Θεός. Γι’ αὐτό καί χρησιμοποιοῦμε πολλά ὀνόματα, πολλές λέξεις, πολλούς προσδιορισμούς καί πάλι δέν λέμε τί εἶναι ὁ Θεός, γιατί δέν ὑπάρχει καμία, μά καμία, ἀναλογία μεταξύ Θεοῦ καί κτισμάτων-δημιουργημάτων. Ἐμεῖς ὅλοι εἴμαστε δημιουργήματα. Ὁ Θεός εἶναι τελείως ἄλλο πράγμα... Δέν ὑπάρχει καμία λοιπόν ἀναλογία μεταξύ κτιστοῦ καί ἄκτιστου. Τό ἄκτιστο εἶναι ὁ Θεός καί τό κτιστό εἴμαστε ἐμεῖς, εἶναι ὅλο τό σύμπαν.
Ὑπῆρξαν ὅμως κάποιοι πού θεώρησαν καλό νά ποῦν ὅτι ὑπάρχουν κάποιες ἀναλογίες, αὐτοί οἱ ὁποῖοι εἶδαν τήν Θεολογία ὡς φιλοσοφία. Αὐτή -ἄς τό ποῦμε- ἡ προσπάθεια ὀνομάζεται μεταφυσική θεώρηση τῆς Θεολογίας. Ἡ μεταφυσική, θά λέγαμε ἁπλά, εἶναι ἡ φιλοσοφική θεώρηση τῆς Θεολογίας. Κάνουμε καί τήν Θεολογία μία φιλοσοφία, τό ὁποῖο βεβαίως δέν ἔχει γίνει στήν Ὀρθοδοξία, ἀλλά ἔχει γίνει στήν παράδοση τῆς Δύσης. Γι’ αὐτό θά ἀκοῦτε -καμιά φορά τό χρησιμοποιοῦν λανθασμένα καί ὀρθόδοξοι- ὅτι ὑπάρχουν ἀξίες. «Ὁ Θεός εἶναι μιά ἀξία», ἤ «ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μιά ἀξία». Ὁ Θεός δέν εἶναι μιά ἀξία. Ὁ Θεός εἶναι Πρόσωπο καί εἶναι τελείως ἄγνωστο καί ἀκατάληπτος στήν οὐσία Του σέ μᾶς.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

α. Ἡ Ἁγία Γραφή στή Δύση β. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες γιά τήν Ἁγία Τριάδα Πατερική Θεολογία, 18ο μέρος,Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης


Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:

Συνεχίζουμε μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδη καί εἴμαστε στό κεφάλαιο πού ἐπιγράφεται «Ἡ Ἁγία Γραφή ὑπό τό πρίσμα τῆς Δυτικῆς Θεολογίας». Πῶς δηλαδή οἱ Δυτικοί, οἱ Παπικοί καί οἱ Προτεστάντες, βλέπουν τήν Ἁγία Γραφή.
Λέει ὁ π. Ἰωάννης «Ἐάν θέλει κάποιος νά βρεῖ μία σωστή ἑρμηνεία γιά κάποιο θέμα στήν Ἰατρική ἐπιστήμη, θά ἀπευθυνθεῖ σέ φοιτητή Ἰατρικῆς ἤ σέ καθηγητή Ἰατρικῆς; Θά ἀπευθυνθεῖ σέ καθηγητή Ἰατρικῆς. Ἔτσι εἶναι καί στήν Θεολογία». Δέν θά πᾶς σ’ ἕναν μαθητευόμενο ἀλλά θά πᾶς σ’ αὐτόν πού εἶναι καθηγητής, σ’ αὐτόν πού εἶναι Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας. Καθηγητής καί Πατέρας εἶναι ὁ θεωμένος, αὐτός δηλαδή πού ἔχει δεῖ τόν Θεό, ἔχει ἐμπειρία θεώσεως, ἔχει θεοπτία, ἔχει δεῖ τό ἄκτιστο φῶς καί ἔτσι ἔχει φτάσει στήν κορυφή τῆς ἁγιότητας ἀπό τήν ὁποία πηγάζει καί ἡ Θεολογία. Τότε αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν μιλάει στοχαστικά, ἐγκεφαλικά, δηλαδή δέν κάνει στοχασμό καί σκέψεις καλές ἤ κακές γιά τόν Θεό ἤ συλλογισμούς ἀριστοτελικούς, νά φιλοσοφεῖ δηλαδή, άλλά μιλάει καί γράφει ἀπό τήν ἐμπειρία πού ἔχει, ἀπό αὐτά πού εἶδε καί ἔζησε κατά τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως πού εἶχε.
«Ὑπάρχουν διάφορα στάδια θεολογίας. Στήν Παλαιά Διαθήκη ἔχουμε τούς προφῆτες. Ἀλλά τί εἶναι αὐτοί οἱ προφῆτες;». Προσέξτε, γιατί κι ἐμεῖς ἔχουμε τήν δυτική, τήν παπική ἀντίληψη. Σύμφωνα μέ τήν παπική ἀντίληψη καί παράδοση «ὁ Θεός μίλησε στούς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί οἱ προφῆτες ἄκουσαν ἀπό τόν Θεό λόγια. Αὐτή ἡ παράδοση ὑπάρχει ἀκόμη καί σήμερα στήν Δυτική Θεολογία», ὅτι αὐτός εἶναι ὁ προφήτης πού τοῦ μιλάει ὁ Θεός καί «ὁ προφήτης ταυτίζεται μέ ἐκεῖνον πού ἔχει δεχθεῖ μηνύματα ἀπό τόν Θεόν», πού μεταφέρει δηλαδή τά μηνύματα τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Σάββατο 27 Μαΐου 2017

Ἡ ἑνότητα τῶν μυστηρίων εἶναι ἡ βάση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς


"Ἐμπειρικὴ Δογματική της Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὶς προφορικὲς παραδόσεις τοῦ π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄. 

 Τοῦ σέβ. Μητρ. Ναυπάκτου Ἰεροθέου

Ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία ὡς Σῶμα Χριστοῦ καὶ κοινωνία Θεώσεως εἶναι μυστήριο καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου μέσα σὲ αὐτὴν εἶναι μέθεξη τοῦ μυστηρίου τῆς Θεώσεως. Ἔτσι, ὅ,τι γίνεται μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι μυστήριο, ἀκόμη καὶ αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ προσευχή, ἀφοῦ ἡ νοερὰ προσευχὴ εἶναι ἔνδειξη ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει φθάσει στὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ, βιώνει τὴν φωτιστικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ.
 Γενικά, ὅπως εἴδαμε προηγουμένως, ὁ πιστὸς Χριστιανὸς διὰ τῆς καθάρσεως, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς Θεώσεως, μετέχει τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καὶ θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, καὶ αὐτὸ εἶναι μέθεξη τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας.
«Ἡ θέωση εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριο. Καὶ ὁ φωτισμὸς εἶναι ἡ ἔκφανση τοῦ μυστηρίου τῆς Θεώσεως. Διότι θέωση εἶναι αὐτὴ ἡ Πεντηκοστή, ὅπως ἡ θέωση ἔχει φανεῖ κατὰ τὴν....
τελική της φάση. Ὁπότε, ὅταν λέμε θέωση, ἐννοοῦμε τὴν Πεντηκοστή, ἡ ὁποία Πεντηκοστὴ εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας». 
«Ὅταν φθάσει ὁ ἄνθρωπος στὸ στάδιο τοῦ "γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ", αὐτὸ σημαίνει ὅτι βρίσκεται στὸ στάδιο τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς Θεώσεως».

http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Δευτέρα 15 Μαΐου 2017

«Ποιός εἶναι ὁ Θεός καί ποιός ὁ ἄνθρωπος» Πατερική Θεολογία, 16ο Μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης





Συνεχίζουμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδου καί ἔχουμε ἕνα κεφάλαιο πού ἐπιγράφεται: «Ποιός εἶναι ὁ Θεός καί ποιός εἶναι ὁ ἄνθρωπος». Λέγαμε τήν προηγούμενη φορά ὅτι εἶναι βασικό – βασικότατο ἀξίωμα ἡ θέση -ἄς τό ποῦμε ἔτσι- τῶν Πατέρων, ὅτι δέν ὑπάρχει καμία ὁμοιότητα μεταξύ Θεοῦ καί κτισμάτων. Δέν ἔχουμε οὔτε λέξεις γιά νά περιγράψουμε τόν Θεό, οὔτε μποροῦμε μέ κάτι νά παρομοιάσουμε τόν Θεό. Ἄν τό κάνει αὐτό κανείς, τότε εἶναι στό δρόμο τῆς εἰδωλολατρίας. Οἱ εἰδωλολάτρες ταυτίζουν τόν Θεό μέ κάποια πράγματα, μέ κάποια εἴδωλα. Γι’ αὐτό καί οἱ ἀρχαῖοι εἰδωλολάτρες εἶχαν τά ἀγάλματα. Καί οἱ εἰκονομάχοι εἶχαν παρεξηγήσει τούς Ὀρθοδόξους κατηγορῶντας τους ὅτι εἶναι εἰδωλολάτρες, ἐπειδή προσκυνοῦν τίς εἰκόνες.
Ἀλλά δέν προσκυνοῦμε τίς εἰκόνες ὡς εἴδωλα, δέν ταυτίζουμε τήν εἰκόνα, τό ξύλο, μέ τόν Θεό, ἀλλά «ἡ τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει», ὅπως μᾶς εἶπε ὁ Μέγας Βασίλειος καί τό υἱοθέτησαν καί οἱ ἄλλοι Ἅγιοι Πατέρες τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Γιά ἄλλον λόγο τό εἶχε πεῖ ὁ Μέγας Βασίλειος ἀλλά τό υἱοθέτησαν καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες, γιά νά ἐκφράσουν τήν ἀλήθεια ὅτι, ὅταν κανείς προσκυνάει μιά εἰκόνα, δέν προσκυνάει τό χρῶμα, τό ξύλο, τό ὑλικό μέ τό ὁποῖο εἶναι κατασκευασμένη οὔτε τό ταυτίζει αὐτό τό ὑλικό μέ τόν Θεό, ἀλλά τιμᾶ τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο. Θεωροῦμε ὅτι ὁ εἰκονιζόμενος εἶναι παρών στήν εἰκόνα του χαρισματικῶς, δηλαδή μέ τή θεία του χάρη.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

«Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία» Πατερική Θεολογία, 14ο Μέρος Ὁμιλία,Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτες


Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:«Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία»

            Εἴθε οἱ Ἅγιοι Ἀρχάγγελοι καί Ἄγγελοι νά εἶναι βοηθοί καί σκεπασταί ἡμῶν καί νά ἔχουμε τή Χάρη τους καί τήν εὐλογία τους, ὅπως καί ὁ αὐριανός Ἅγιος, ὁ Ἅγιος Νεκτάριος, νά χαρίζει τήν εὐλογία του καί τήν χάρη του στούς ἑορτάζοντες καί σέ ὅλους μας.
            Λέγαμε τήν προηγούμενη φορά γιά τήν θεοπνευστία στήν Ἁγία Γραφή καί γιά νά κάνουμε μιά σύνδεση, μιλάει ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης γιά τήν θεοπνευστία ὡς ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὄχι βεβαίως ἀπροϋπόθετα σέ ὅλους, ἀλλά σ’ αὐτούς τούς ὁποίους ἔχουν προχωρήσει στήν κάθαρση, στόν φωτισμό καί στήν θέωση. Κι ὅταν λέμε ὅτι ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι θεόπνευστη, ἐννοοῦμε ὅτι ἔχει, ὄχι τήν κατά γράμμα θεοπνευστία, δηλαδή ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα ὑπαγόρευε στούς Εὐαγγελιστές, στούς Ἀποστόλους λέξη-λέξη, ἀλλά εἶναι θεόπνευστη κατά πνεῦμα. Δηλαδή τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς φώτιζε καί ὁ καθένας μέ τό λεξιλόγιο καί τίς γνώσεις πού διέθετε, ἀποτύπωνε στό χαρτί, κατέγραφε αὐτά πού τόν ἐνέπνεε τό Ἅγιο Πνεῦμα. Γι’ αὐτό ἡ Ἁγία Γραφή εἶναι θεόπνευστη.
            Ἐπίσης, τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι πού χαρίζει τήν ἑνότητα στήν Ἐκκλησία. Τά τρία Πρόσωπα, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἑνωμένα εἰς ἕν κατά τήν δόξα, κατά τήν ἐνέργεια δηλαδή, καί κατά τήν οὐσία, ἀλλά εἶναι διαφορετικά Πρόσωπα. Καί οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας ἑνωνόμαστε πραγματικά ὅταν ἔχουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐνεργό μέσα μας. Ἀλλά αὐτή ἡ ἕνωση γίνεται μόνο μέσα στήν Ἐκκλησία καί διά τῆς Ἐκκλησίας. Δέν μπορεῖ κανείς δηλαδή νά ἔχει τό Ἅγιο Πνεῦμα, χωρίς νά εἶναι μέλος ζωντανό τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, χωρίς νά ἔχει πρῶτα βαφτιστεῖ καί χωρίς μετά νά κάνει ὅλα αὐτά πού λέει ὁ Χριστός μας, μέ ἕναν λόγο, ὅταν δέν τηρεῖ τίς ἐντολές.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

«Περί Θεοπνευστίας» Πατερική Θεολογία, 13o Μέρος,Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης


Ἀκοῦστε τήν ὁμιλία ἐδῶ:«Περί Θεοπνευστίας»

            Συνεχίζουμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδη καί ἔχουμε φτάσει σ’ ἕνα θέμα «Περί Θεοπνευστίας». Ὁ π. Ἰωάννης ἐξετάζει τό θέμα αὐτό σέ ἀντιδιαστολή μέ τήν Παπική καί τήν Προτεσταντική θεολογία, δηλαδή τί ἐννοοῦμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὅταν μιλᾶμε γιά θεοπνευστία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τί ἐννοοῦν οἱ Προτεστάντες καί οἱ Παπικοί.
            Γενικῶς, ὅταν λέμε θεόπνευστος, ἐννοοῦμε ὅτι εἶναι ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Καί ὅταν ψάλουμε «Εὐλογητός εἶ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν», λέμε ὅτι ὁ Θεός κατέπεμψε τό Πνεῦμα Του τό Ἅγιο εἰς τούς Ἁγίους Ἀποστόλους.
            «Ἄς πᾶμε τώρα», λέει ὁ π. Ἰωάννης, «στό θέμα τῆς θεοπνευστίας. Μεταξύ τῶν Προτεσταντῶν καί τῶν Παπικῶν ἔχει δημιουργηθεῖ ἡ ἐντύπωση, ἡ ὁποία ἔχει ἐπηρεάσει πάρα πολύ τήν μοντέρνα Ὀρθόδοξη σκέψη, ὅτι τήν Ἁγία Γραφή ὁ Θεός τήν ἔδωσε στήν Ἐκκλησία». Ἀλλά μέ ποιόν τρόπο; Πιστεύουν κατά κάποιον τρόπο σάν νά ἔχει ὁ Θεός κατά γράμμα ὑπαγορεύσει τήν Ἁγία Γραφή. Ἀλλά αὐτό δέν εἶναι σωστό. Τό σωστό εἶναι -νά τό ποῦμε ἐξ ἀρχῆς- ὅτι ὁ Θεός ἔχει δώσει τό Πνεῦμα Του τό Ἅγιο καί ἡ θεοπνευστία Του εἶναι κατά πνεῦμα καί ὄχι κατά γράμμα καί ὁ κάθε συγγραφέας, ἤ οἱ Ἅγιοι Εὐαγγελισταί, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος... μέ τίς γνώσεις πού εἶχαν, μέ τό λεξιλόγιο πού εἶχαν, μέ τήν ἐπιστήμη τῆς ἐποχῆς, καταγράφουν αὐτά πού τούς ἐμπνέει τό Ἅγιο Πνεῦμα. Γι’ αὐτό θά δοῦμε ὅτι μερικά πράγματα ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη τά ἔχει ἀνατρέψει, γιατί δέν εἶναι σωστά. Ἀλλά μέ τίς τότε ἀντιλήψεις τῆς ἐπιστημονικῆς σκέψης, ἄς ποῦμε, ἦταν σωστά. Οἱ ἄνθρωποι τά ἔγραψαν ὅπως θά μποροῦσαν νά τούς καταλάβουν καί οἱ ἄλλοι. Γιά παράδειγμα, λέει στήν Παλαιά Διαθήκη ὅτι ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ παρακάλεσε τόν Θεό καί στάθηκε ὁ ἥλιος γιά μία ἡμέρα, «καί εἶπεν Ἰησοῦς· στήτω ὁ ἥλιος κατά Γαβαών καί ἡ σελήνη κατά φάραγγα Αἰλών» (ἸτΝ. 10,12). Καί στάθηκε ὁ ἥλιος ὡσεί ἡμέρα μία, περίπου μία ἡμέρα καί αὐτό ἔχει ἐπαληθευτεῖ ἐπιστημονικά.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

Ρωμανίδης: Ποιά εἶναι τά κριτήρια γιά νά χαρακτηριστεῖ μία Σύνοδος Θεόπνευστη καί ἐμφορούμενη Ἁγίου Πνεύματος;


Ῥωμανίδης: «Δὲν εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐπισκόπου ἡ ἐγγύησις ὅτι μία Σύνοδος ἐμφορεῖται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Οὔτε ἡ Χάρις τῆς Ἀρχιερωσύνης ὁδηγεῖ τὴν Ἐκκλησία "εἰς πάσαν τὴν ἀλήθειαν"»
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Πατερικὴ Θεολογία», τοῦ πατρὸς Ἰωάννου Σ. Ῥωμανίδου (†)
Πῶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καθοδηγεῖ, ποιοὺς καθοδηγεῖ καὶ σὲ τί συνίσταται αὐτὴ ἡ καθοδήγησις; Ἐκεῖνο ποὺ λένε μερικοὶ ὅτι, ὅταν μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀποφασίση κάτι, αὐτὸ εἶναι ἀλάθητο, ἐπειδὴ ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος εἶναι θεόπνευστη κλπ., εἶναι σὰν νὰ μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ δεχθοῦμε ὡς ἀλάθητη διδασκαλία ὅ,τι ἀποφασίζει καὶ διακηρύσσει μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ πνεῦμα περὶ τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα.


Βέβαια εἶναι σωστὸ ὅτι μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδος εἶναι ἀλάθητη, ὅτι διδάσκει ἀλαθήτως, ὅτι εἶναι ὠφέλιμη γιὰ τὴν πίστι μας κλπ. Ναί, ἀλλὰ πῶς γίνεται καὶ εἶναι ἀλάθητη; Γιατί εἶναι ἀλάθητη; Γιατί οἱ ἀποφάσεις της εἶναι ἀλάθητες;
Ἡ μοντέρνα Ὀρθόδοξη θεολογία μιλάει πάρα πολὺ γιὰ θεοπνευστία. Ἀπὸ ὅσα ἔχω διαβάσει, βλέπω νὰ μιλᾶνε περὶ θεοπνευστίας, ἀλλὰ δὲν ἔχω βρῆ περιγραφὴ τῆς θεοπνευστίας...
http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Πρωτ. π. Ἰωάννη Ρωμανίδη: Σχῖσμα - Βατικανό


Αποτέλεσμα εικόνας για ρωμανιδης ιωαννης

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
Το αποκαλούμενο “σχίσμα” μεταξύ Ανατολής και Δύσεως ήταν, στην πραγματικότητα, η εισαγωγή στην Παλαιά Ρώμη του σχίσματος, που προκλήθηκε από τον Καρλομάγνο και μεταφέρθηκε εκεί από τους Φράγκους και Γερμανούς, που κατέλαβαν τον παπικό θρόνο.
Η εκκλησιαστική διοίκηση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας εξαφανίσθηκε σταδιακά από την Δυτικοευρωπαϊκή Ρωμανία... αλλά επέζησε μέχρι σήμερα στα Ρωμαίικα Ορθόδοξα Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων. Ο λόγος είναι ότι οι κατακτητές των Δυτικών Ρωμαίων χρησιμοποίησαν την Εκκλησία για να καθυποτάξουν το Ρωμαϊκό Έθνος, ενώ υπό το Ισλάμ το Έθνος των Ρωμαίων επέζησε μέσω της Εκκλησίας...

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

π. Ἰωάννης Σ. Ρωμανίδης - ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕIΣ ΤΩΝ ΓΕΙΤΟΝΩΝ ΜΑΣ


Οι Σκοπιανοί, Βούλγαροι, Τούρκοι και Αλβανοί μας θεωρούν όχι απελευθερωτές, αλλά κατακτητές της Μακεδονίας, της Ήπειρου, της Θράκης, των νήσων του Αιγαίου και της Κρήτης, και οι Τούρκοι επιλέον, μαζί με τους Βρεταννούς, μας θεωρούν ότι προσπαθήσαμε να κατακτήσομε την Κύπρον. Oλα αυτά ισχυρίζονται οι γείτονές μας βάσει του διεθνούς δικαίου.
1) Ανακεφαλαίωση του προβλήματος
1) Η Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία και Τουρκία διαμόρφωσαν το διεθνές δίκαιο κατά τρόπον ώστε έξω από την Παλαιά Ελλάδα του 1827-36 να μη υπάρχουν υποψήφιοι Ελληνες για απελευθέρωση. Δεν αρκεί εδάφη να ήταν κάποτε Ελληνικά. Θα έπρεπε σ'αυτά τα κάποτε Ελληνικά ή Μακεδονικά εδάφη να υπήρχαν υποψήφιοι Έλληνες για απευλεθέρωση.
Σε περίπτωση που δεν υπήρχαν Έλληνες τότε πρόκειται για κατάκτηση. Εξ'απόψεως των συνταγμάτων, των Πρωτοκόλων, και της περί Κοραής νομοθεσίας του 1827, δεν υπήρχαν πλέον Έλληνες, Hellenes-Grecs, Younan με ανάγκη απελευθερώσεως. Eξω από τα σύνορα της Ελλάδος του 1827-1836 υπήρχαν μόνον ελληνόφωνοι Ρωμαίοι, Grecs, Roum.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2016

Τά πραγματικά αἴτια τοῦ Σχίσματος …


      

 Τά πραγματικά αἴτια τοῦ Σχίσματος …

Από το περιοδικό «Εν Συνειδήσει» Έκδοση της Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου. Δεκέμβριος 2006.  

 Η γέννησις του Φραγκικού Πολιτισμού περιγράφεται εις επιστολήν του Αγίου Βονιφατίου προς τον Πάπα της Ρώμης Ζαχαρίαν (natione Graecus) το 1741. Οι Φράγκοι είχον διώ­ξει όλους τους Ρωμαίους επισκόπους από την Εκκλησίαν της Φραγκίας και είχαν διορίσει τον εαυτόν τους ως τους επισκόπους και ηγουμένους της Γαλλίας. Ήρπασαν την περιουσίαν της Εκκλησίας και την εχώρισαν εις τιμάρια, των οποίων την επικαρπίαν διένειμαν ως Φέουδα, συμφώνως προς τον βαθμόν που κετείχε έκαστος εις  την πυραμίδα της στρατιωτικής ιεραρχίας. Αυτοί οι Φράγκοι επίσκοποι δεν είχον Αρχιεπίσκοπον και δεν είχον συνέλθει εις σύνοδον στα 80 χρόνια από τότε που κατέλαβαν την ιεραρχίαν. Συνήρχοντο δια τα εθνικοεκκλησιαστικά θέματα μαζί με τους βασιλείς και λοιπούς οπλαρχηγούς συναδέλφους τους. Κατά τον Άγιον Βονιφάτιον, ήσαν «αδηφάγοι λαϊκοί, μοιχοί καί μέθυσοι κληρικοί, οι οποίοι μάχονται εις τον στρατόν με πλήρη πολεμικήν εξάρτησιν και με τας χείρας των σφάζουν χραίοι δουλοπάροικοι του Φραγκο-Λατινικού Φεουδαλισμού έπαυσαν να παράγουν επισκόπους και ηγουμένους και ολίγους γνωστούς αγίους.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2016

̎Ὁ πόλεμος κατά τοῦ ἡσυχασμοῦ καί ὁ χαρακτήρας τῆς πατερικῆς παράδοσης ̎ ΠατερικήΘεολογία, 12ο Μέρος


Ἀκοῦστε  τήν ὁμιλία ἐδῶ: ̎πόλεμος κατά τοῦ ἡσυχασμοῦ καί ὁ χαρακτήρας τῆς πατερικῆς παράδοσης ̎

Συνεχίζουμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ τήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδη ἀπό τό κεφάλαιο γιά τήν Τουρκοκρατία καί τόν Ἡσυχασμό. Λέγαμε πῶς πολεμήθηκε ὁ Ἡσυχασμός, ἡ θεραπευτική μέθοδος τῆς Ὀρθοδοξίας: ἡ κάθαρσις, ὁ φωτισμός καί ἡ θέωση ἀπό τούς Φράγκους, ἀπό τή Δύση. Ἕνας ἀπό τούς τρόπους πού πολεμήθηκε καί ἕνα ἀπό τά μέσα πού χρησιμοποίησαν οἱ Φράγκοι ἦταν ἡ ἀλλαγή τοῦ ὀνόματός μας. Τό λεγόμενο Βυζαντινό κράτος δέν ὑπῆρχε, ἀλλά εἶναι μία ὀνομασία, ἡ ὁποία δόθηκε τό 1962. Τότε πρωτοχρησιμοποιήθηκε ὁ ὅρος Βυζαντινό κράτος. Οὔτε τό δικό μας ὄνομα ἦταν ‘Ἕλληνες’, ὅπως μᾶς λένε τώρα μέ τήν ὑπόδειξη τοῦ Κοραῆ ἤ Γρακοί, Greek, ἀλλά εἶναι Ρωμιοί, Ρωμανία. Θά πεῖτε:
- Ἔχει τόσο μεγάλη σημασία; Γιατί νά μή μᾶς λένε Ἕλληνες; Ἐπιτέλους δέν ἐκφράζει τό ὄνομα Ἕλληνας τήν φυλή τῶν Ἑλλήνων;
Ὅταν λέμε Ἕλληνας στήν πρώτη ἐκδοχή βεβαίως ἐκφράζει τήν φυλή, ἀλλά μέ τήν ἐξέλιξη τῆς ἱστορίας Ἕλληνας ὀνομάστηκε κάθε ἕνας πού δέν πίστευε στόν Χριστό, ἦταν δηλαδή εἰδωλολάτρης. Ἀπό τή στιγμή ὅμως πού ἐμεῖς ἐγκολπωθήκαμε τόν Χριστιανισμό ἔγινε μία ὀντολογική ἀλλαγή στό εἶναι μας καί ὡς πρόσωπα καί ὡς ἔθνος. Ποιά εἶναι ἡ ὀντολογική αὐτή ἀλλαγή στό εἶναι μας, δηλαδή στήν οὐσία μας;

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2016

Ποιοί εἶναι οἱ ἀληθινοί θεολόγοι στήν Ἐκκλησία. ΠατερικήΘεολογία, 9ο μέρος,Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης



Συνεχίζουμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τίς ὁμιλίες πού κάνουμε πάνω στήν Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου τοῦ Ρωμανίδη, οἱ ὁποῖες ἔχουμε πεῖ ὅτι εἶναι Πανεπιστημιακές παραδόσεις καί ἐπειδή εἶναι προφορικός λόγος εἶναι πιό ἁπλός καί εὔκολος, ἐνῶ τά συγγράμματά του εἶναι πιό πυκνά καί πιό δυσκολονόητα.
Τό κεφάλαιο μέ τό ὁποῖο θά ἀσχοληθοῦμε σήμερα ἔχει μιά συνέχεια μ’ αὐτά πού λέγαμε τήν προηγούμενη φορά καί ἀφορᾶ τήν ἀντίληψη πού εἶχαν οἱ ἀρχαῖοι γιά τόν Θεό καί τήν ἀντίληψη πού ἔχει ἡ Ὀρθοδοξία. Μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ ἀρχαῖοι γιατί, ὅπως γνωρίζετε, λατρεύεται ἡ Ἀρχαία Ἑλλάδα, μέ τήν ἔννοια ὅτι θαυμάζεται πολύ. Ἀκόμα καί στήν παιδεία μᾶς ἔχουν περάσει τό μήνυμα, ὅτι ὁ ἀρχαῖος πολιτισμός ἦταν ἕνας κορυφαῖος πολιτισμός καί πρέπει νά εἶναι πρότυπο γιά μᾶς, γι’ αὐτό μᾶς διδάσκουν ἀπό τό δημοτικό τήν μυθολογία καί στό Γυμνάσιο καί τό Λύκειο τούς ἀρχαίους Ἕλληνες, τούς φιλοσόφους κτλ. Ὅλο αὐτό ἔχει ἔλθει ἀπό τούς Φράγκους, εἶναι ἐπίδραση τῆς αἱρετικῆς Δύσης, ἡ ὁποία μέ τόν διαφωτισμό καί τήν ἀναγέννηση συνέβαλαν στήν ἐπικράτηση τῆς ἄποψης ὅτι πρέπει νά γυρίσουμε στήν ἀρχαία Ἑλλάδα καί ἐνῶ εἴχαμε φθάσει σ’ ἕνα πολύ ὑψηλό πολιτισμικό ἐπίπεδο μέ τόν συγκερασμό Χριστιανισμοῦ καί ἀρχαίας ἑλληνικῆς παιδείας πού ὀνομάζεται -ἄν θέλετε- Ρωμαίϊκος πολιτισμός, Ρωμιοσύνη, Ρωμανία, ἐξ οὗ καί τό Πατριαρχεῖο μας λέγεται RUM ORTHODOX ἀκόμη μέχρι σήμερα καί ὁ Βυζαντινός Αυτοκρατορίας λεγόταν Βασιλεύς τῶν Ρωμαίων-, γυρίσαμε πίσω.

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Περί ψυχῆς, περί σκέψεων καί νοημάτων στόν ἄνθρωπο 2.Περί τοῦ βασικοῦ δόγματος τῆς πατερικῆς παραδόσεως 3.Περί τῆς ἐμπειρίας τῆς θεώσεως. Πατερική Θεολογία, 8ο μέρος, Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης



Αὐτά τά μαθήματα πού κάνουμε ἀπό τό βιβλίο Πατερική Θεολογία τοῦ π. Ἰωάννου Ρωμανίδου, εἶναι πανεπιστημιακές παραδόσεις καί ἴσως μερικά φαίνονται λίγο δυσνόητα ἤ λίγο ἐγκυκλοπαιδικά. Ἀλλά θά διαπιστώσουμε πόσο ἐνδιαφέρον ἔχουν καί γιά μᾶς, γιατί πολλά πράγματα μᾶς τά ἔχουν περάσει μέσω τῆς παιδείας, μέσω τοῦ σχολείου καί εἶναι ἡ περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα, ἡ ὁποία ὅμως θά λέγαμε ὅτι πρέπει νά ἐκχριστιανισθεῖ. Διότι ἔχουμε ὑποδουλωθεῖ στήν Δύση τόσο πολιτισμικά, ὅσο καί ἐθνικά τώρα, ἡ παιδεία μας ἔχει γίνει δυτική, ἀλλά ἀκόμα καί ἡ θεολογία μας ἔχει ἐπηρεασθεῖ πάρα πολύ ἀπό τήν Δύση.
Ὅταν λέμε Δύση, δέν ἐννοοῦμε ἁπλῶς τά κράτη πού εἶναι στή Δύση, ἀλλά τόν πολιτισμό τῆς Δύσης, ὁ ὁποῖος οὐσιαστικά εἶναι πολιτισμός τῆς αἵρεσης, γιατί ἡ Δύση ἔχει πέσει στήν αἵρεση. Ἔχει ἀποκοπεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία καί ἄς λέγονται Ρωμαιοκαθολική ‘ἐκκλησία’ ἤ Προτεσταντικές ‘ἐκκλησίες’ ἤ Εὐαγγελική ‘ἐκκλησία’ καί ἄλλα τέτοια.
Δυστυχῶς καί οἱ ἡγέτες μας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑποδουλωθεῖ στόν Οἰκουμενισμό, τά ὑψηλότατα κλιμάκια τῆς Ὀρθοδοξίας, μιλοῦν γιά ἐκκλησίες, χωρίς νά βάζουν εἰσαγωγικά... Δηλαδή τίς ἀναγνωρίζουν κι αὐτές ὡς ἐκκλησίες καί συνεπῶς μέ ὀρθή διδασκαλία. Δέν μπορεῖ ὅμως νά εἶναι ὀρθό τό filioque πού ἔχουν οἱ Παπικοί, γιατί εἶναι ἀντίθετο μέ αὐτό πού ἔχουμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι. Δέν μπορεῖ νά εἶναι καί τό ναί καί τό ὄχι σωστά! Ἤ τό ναί θά εἶναι σωστό ἤ τό ὄχι. Παρ’ ὅλα αὐτά ὑπάρχει αὐτή ἡ σχιζοφρένεια καί ὁ λαός μας ζεῖ σέ ἕνα μπέρδεμα, ὁπότε χρειάζεται νά κάνουμε αὐτά τά μαθήματα, γιά νά ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα. Εἶναι ἀναγκαῖο λοιπόν νά γνωρίζουμε πώς οἱ Φράγκοι, οἱ Δυτικοί, εἶναι οἱ Γερμανοί, εἶναι Γερμανικά φύλα, τά ὁποῖα κατέλαβαν μέ τό ἔτσι θέλω, μέ τή βία καί τόν πόλεμο τήν Ὀρθόδοξη Εὐρώπη, τήν ἐκλατίνισαν καί ἔγινε τό δημιούργημα πού ξέρουμε σήμερα, ὁ Παπισμός. Πρός ἀντίδραση τοῦ Παπισμοῦ ἔγινε ὁ Προτεσταντισμός. Στήν προσπάθειά του ὁ Λούθηρος νά διορθώσει δῆθεν τά λάθη τοῦ Παπισμοῦ, ἔκανε περισσότερα λάθη, μέ ἀποτέλεσμα, νά ἀπομακρυνθεῖ ἀκόμη περισσότερο ἀπό τήν Ὀρθοδοξία.
Οἱ Φράγκοι ἀκολούθησαν τόν Πλάτωνα, ἀκολούθησαν τήν ἀρχαία Ἑλληνική φιλοσοφία καί μάλιστα στό θέμα περί ψυχῆς, λέει ὁ π. Ἰωάννης. Ἔτσι μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ θά ποῦμε κάποια πράγματα, ὅσο γίνεται ἁπλά γιά νά τά καταλάβουμε καί θά προσπαθοῦμε νά τά συσχετίζουμε μέ τήν σημερινή μας κατάσταση.
Οἱ Πατέρες ὅμως, προσέξτε, δέν ἀκολούθησαν τούς ἀρχαίους Ἕλληνες, οὔτε τόν Πλάτωνα στά θέματα αὐτά. Ὁ Πλάτωνας ἔλεγε γιά τήν ψυχή: ἡ ψυχή εἶναι δέσμια τοῦ σώματος, εἶναι φυλακισμένη μέσα στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου καί θά πρέπει νά σπάσει, νά διαρρηχθεῖ, νά καταστραφεῖ αὐτό τό σῶμα, ἡ φυλακή τῆς ψυχῆς, γιά νά ἐλευθερωθεῖ ἡ ψυχή. Ἐνῶ αὐτό εἶναι ἀντίθετο μέ τήν Ὀρθόδοξη διδασκαλία, πού ἡ ψυχή δέν ἔχει ὡς δεσμωτήριο τό σῶμα, ὡς φυλακή τό σῶμα, ἀλλά ἡ ψυχή περιβάλλει τό σῶμα, ζωογονεῖ τό σῶμα καί ἔχουν κοινό προορισμό νά θεωθοῦν καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα. Δέν εἶναι κακό τό σῶμα δηλαδή. Ὁ Πλάτωνας τό θεωροῦσε κακό, γι’ αὐτό καί ἔλεγε ὅτι πρέπει νά καταστραφεῖ.
Ἡ Ὀρθοδόξη διδασκαλία μᾶς λέει ὅτι τό σῶμα εἶναι συνεργάτης τῆς ψυχῆς καί ἐκφραστής τῆς ψυχῆς. Πῶς θά ἐκφράσει ὁ ἄνθρωπος τή μετάνοιά του παρά διά τοῦ σώματος; Κάνουμε μετάνοιες, κάνουμε κομποσκοίνι, κάνουμε νηστεία, ὅλα αὐτά εἶναι σωματικά πράγματα, μέ τά ὁποῖα ἐκφράζεται ἡ ψυχή. Ἄν καταστραφεῖ τό σῶμα, τότε δέν ἔχει ἡ ψυχή μέσα ἔκφρασης. Ἕνας πού καταστρέφει τό σῶμα του, θεωρεῖται ὡς αὐτοκτονών, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως. Ἄν δέν τρώει κανείς καί δέν φροντίζει τήν ὑγεία του εἶναι ἐμμέσως αὐτοκτονών. Ἄν ἀπό τήν ἄλλη αὐτοκτονήσει κανείς μέ ὅπλο κτλ εἶναι ἄμεση αὐτοκτονία. Καί τό ἕνα καί τό ἄλλο καταδικάζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Οἱ Φράγκοι λοιπόν κοντά στίς ἄλλες αἱρέσεις καί στίς ἄλλες πλάνες ἔχουν κι αὐτή τήν πλάνη, ὅτι ἀκολούθησαν τήν ἀρχαία Ἑλληνική φιλοσοφία. Γι’ αὐτό ὅπως θά δοῦμε ἀργότερα καί ἡ θεολογία τους εἶναι ἐγκεφαλική, εἶναι στοχαστική, εἶναι οὐσιαστικά φιλοσοφία. Καί ὁ Βαρλαάμ πού εἶχε ἔλθει στή Θεσσαλονίκη, καί τόν ἀντιμετώπισε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἦταν φιλόσοφος. Προσπαθοῦσε μέ τήν φιλοσοφία νά βρεῖ τόν Θεό.
Ἐνῶ οἱ Ἅγιοι Πατέρες δέν κάνουν φιλοσοφία, δέν στοχάζονται, δέν προσπαθοῦν μέ τή διάνοια, μέ τή λογική νά βροῦν τόν Θεό, ἀλλά καθαρίζουν τήν καρδιά τους καί παθαίνουν τόν Θεό, παθαίνουν τήν θέωση. Δέν βρίσκουν τόν Θεό, ἀλλά ὁ Θεός τούς βρίσκει. Τόν Θεό δέν τόν ἀνακαλύπτουμε, ἀλλά μᾶς ἀποκαλύπτεται.
Οἱ Πατέρες λοιπόν δέν ἀκολούθησαν τόν Πλάτωνα. Βέβαια αὐτό οἱ Νεοέλληνες, λέει ὁ π. Ἰωάννης, δέν τό γνωρίζουν καί τόσο, διότι ἔχουμε ποτιστεῖ μ’ αὐτό τό πνεῦμα τῆς ἀρχαιολατρίας ἀπό τό σχολεῖο ἀκόμα. Ὅλοι θυμόμαστε ἀπό τό δημοτικό σχολεῖο πού μᾶς δίδασκαν κατά κόρον μυθολογία, γιά τόν δωδεκάθεο κ.λ.π. Γιατί αὐτά; Ἦταν τυχαῖα; Ὄχι. Μᾶς τά πέρασαν οἱ Δυτικοί. Ὅταν ὑποτίθεται ὅτι ἀπελευθερωθήκαμε, οὐσιαστικά σκλαβωθήκαμε μετά τό ’21 στούς Φράγκους καί στήν Εὐρώπη, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔφεραν καί τήν παιδεία τους, πού ἦταν προσανατολισμένη στήν ἀρχαία Ἑλλάδα. Ἐνῶ ἐμεῖς εἴχαμε τήν Ὀρθόδοξη Παιδεία, ἡ ὁποία εἶναι πολύ ἀνώτερη ἀπό τήν παιδεία τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας. Καί ὅμως ἦλθαν αὐτοί καί μᾶς πέρασαν τό μήνυμα ὅτι ἡ ἐπιστροφή στήν ἀρχαία Ἑλλάδα εἶναι πρόοδος. Δηλαδή βάλαμε ὄπισθεν καί λέγαμε ὅτι πηγαίναμε μπροστά καί ἐνῶ ἤμασταν τόσα χρόνια μετά Χριστόν, μᾶς γύρισαν πίσω κι ἐμεῖς τό ἀποδεχθήκαμε.
Ἔχουμε τόν τέλειο νόμο τοῦ Χριστοῦ μας, τήν τελειοτέρα διδασκαλία πού συνοψίζει τά πάντα, πού λέει: «Νά ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας» (Ματθ. 5,44), ἤ «Αὐτό πού θέλετε νά σᾶς κάνουν οἱ ἄλλοι, νά τό κάνετε κι ἐσεῖς στούς ἄλλους» (Λουκ. 6,31). Κανένας ἀπό τούς ἀρχαίους, οὔτε οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι δέν εἶχαν φθάσει ποτέ νά λένε κάτι τέτοιο.
Ὁ Σωκράτης, πού τόν θαυμάζουμε τόσο πολύ, ἔχει δύο φανερώσεις στήν προχριστιανική γραμματολογία. Ὑπάρχει ἕνας Σωκράτης πού λέει «στό κακό νά ἀνταποδίδεις τό κακό καί στό καλό τό καλό». Μέχρι ἐκεῖ. Ὑπάρχει καί μία ἄλλη ἀνώτερη θέση πού λέει «νά μήν ἀνταποδίδεις κακό στό κακό», ἀλλά μέχρι ἐκεῖ. Ὁ Χριστός μᾶς λέει νά ἀνταποδίδουμε καλό στό κακό. Αὐτό εἶναι τό ὕψιστο.
Μᾶς εἶπαν λοιπόν οἱ Φράγκοι, ἀφῆστε τα αὐτά θά γυρίσουμε πίσω στούς ἀρχαίους. Ἡ Ἀναγέννηση, ὁ Διαφωτισμός -πού οὐσιαστικά εἶναι διασκοτισμός- σέ γυρνοῦν πίσω. Καί μᾶς γύρισαν πίσω, ἐνῶ ἐμεῖς θεωρήσαμε ὅτι προοδεύουμε καί ἐκσυγχρονιζόμαστε καί ὅτι ἀνεβαίνουμε πνευματικά καί πολιτιστικά μέ τή συμβολή αὐτή τῶν Φράγκων.
Ἔτσι λοιπόν σήμερα, λέει ὁ π. Ἰωάννης, μέ αὐτόν τόν μεγάλο θαυμασμό πού ἔχουν γιά τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη, πού διδάσκονται στά σχολεῖα, ἔγιναν οἱ Πατέρες γιά τούς Νεοέλληνες σάν χορευτές στό θέατρο, ὥστε καί αὐτοί νά χορεύουν τόν χορό τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Ἀριστοτέλη! Ὑπάρχει καί σήμερα αὐτή ἡ πλάνη στή δυτική θεολογία, ἀλλά καί στή δική μας θεολογία! Γιατί καί στή δική μας; Διότι οἱ δικοί μας θεολόγοι δυστυχῶς γιά νά μορφωθοῦν -μᾶλλον γιά νά παράμορφωθοῦν- πηγαίνουν στή Δύση νά σπουδάσουν, νά πάρουν τά μεταπτυχιακά καί τά διδακτορικά καί μάλιστα στήν μήτρα τοῦ Προτεσταντισμοῦ, τῆς αἱρέσεως στήν Τυβίγγη πού εἶναι στή Γερμανία καί μετά ἔρχονται ἐδῶ καί γίνονται καθηγητές τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς καί μᾶς περνοῦν τά φῶτα τοῦ σκότους.. Σέ Ὀρθόδοξες Σχολές νά διδάσκονται Προτεσταντικές Θεολογίες! Αὐτοί λοιπόν μᾶς λένε, ὅτι καί οἱ Πατέρες ἦταν Πλατωνίζοντες ἤ Νεοπλατωνίζοντες, δηλαδή Φιλόσοφοι πού εἶχαν ἐπηρεαστεῖ ἀπό τόν Πλάτωνα καί ἀπό τούς Νεοπλατωνικούς φιλοσόφους.
Διότι πῶς ἀλλιῶς οἱ Πατέρες θά εἶναι μεγάλοι Πατέρες, γιά τούς Νεοέλληνες, -ἐδῶ ὑπάρχει μιά λεπτή εἰρωνεία τοῦ π. Ἰωάννου- ἄν δέν εἶναι ὀπαδοί τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων; Ἐνῶ ἀντιθέτως οἱ Πατέρες ἦταν πολύ ὀξεῖς στήν κριτική τους ἐναντίον τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καί τῆς Φιλοσοφίας.
Ἐδῶ στήν Ἑλλάδα τό μόνο κριτήριο μεγαλειότητος εἶναι τό ἄν εἶναι κάτι ἀπό τήν ἀρχαία Ἑλλάδα! Ἄν εἶναι κάτι ἀπό τούς ἀρχαίους Ἕλληνες, εἶναι σπουδαῖο καί μεγάλο, ἐνῶ δέν εἶναι ἔτσι τά πράγματα. Ναί μέν, ὑπῆρχε ἕνας σπουδαῖος πολιτισμός στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, ἀλλά δέν ἦταν ἡ κορυφή τοῦ πολισμοῦ ἡ Ἀρχαία Ἑλλάδα. Βεβαίως γιά τήν πρό Χριστοῦ ἐποχή ἦταν, γιατί οἱ ἄλλοι βρίσκονταν σέ πολύ χειρότερη κατάσταση. Ὑπάρχει ὅμως ὁ πολύ ἀνώτερος πολιτισμός, ὁ Ὀρθόδοξος, ὁ ὁποῖος εἶναι τό ἀπαύγασμα καί τό δημιούργημα πού προκύπτει ἀπό τήν ὀρθόδοξη ζωή.
Βέβαια προσέξτε, γιατί κι ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα μπέρδεμα. Ὁ σκοπός τοῦ χριστιανοῦ δέν εἶναι νά φτιάξει πολιτισμό, οὔτε ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ εἶχε ὡς σκοπό νά μᾶς δώσει ἕναν ὀρθόδοξο πολιτισμό, ἀλλά ἦλθε νά μᾶς δώσει τήν ζωή, τήν ὄντως Ζωή, πού εἶναι Αὐτός ὁ ἴδιος. Ὄχι νά φτιάξουμε τήν παροῦσα ζωή ὄμορφη καί καλή μέ ἀεροδρόμια, πολυκατοικίες καί οὐρανοξύστες καί νά κάνουμε ἕναν τέτοιο πολιτισμό! Δέν ἦλθε γι ’αὐτό καί φυσικά ὁ σκοπός δέν εἶναι αὐτός.
Εἶναι γνωστό ὅτι αὐτοί πού ξεκίνησαν ἕναν τέτοιο πολιτισμό ἦταν αὐτοί πού βρίσκονταν μακριά ἀπό τόν Θεό. Καί ποιοί ἦταν αὐτοί; Οἱ ἀπόγονοι τοῦ Κάιν. Αὐτοί ἦταν οἱ πρῶτοι πού δημιούργησαν πολιτισμό. Τά παιδιά τοῦ Κάιν, μέ ἀποκορύφωμα τῆς πλάνης τους τόν Πύργο τῆς Βαβέλ, πού ἦταν ἕνα μεγάλο, ὕψιστο τεχνικό ἐπίτευγμα. Θέλησαν νά φτιάξουν ἕναν πύργο καί νά φθάσουν στόν Οὐρανό! Παρενέβη τότε ὁ Θεός, γιατί ἦταν ὑπερηφάνεια αὐτό καί ἔγινε ἡ σύγχυση τῶν γλωσσῶν.
Σήμερα ὅμως, ἐπειδή ἔχουμε τέτοια μπερδέματα μέσα μας, καί τά περνᾶμε καί στά παιδιά μας, ὀνομάζουμε πολιτισμό ἀκόμη καί τό ποδόσφαιρο ἤ τήν κοσμική μουσική κ.λ.π. καί ὅλες αὐτες τίς ἀγριότητες πού βλέπουμε καί νομίζουμε ὅτι εἶναι τό ἅπαν. Ἔτσι χάνουμε τήν Ὀρθόδοξη παιδεία αὐτή τήν ἀποκάλυψη, τήν κάθαρση, τόν φωτισμό, τήν θέωση πού μπορεῖ νά ζήσει ὁ ἄνθρωπος καί μένουμε σάν τίς κότες στά χαμηλά, ἐνῶ εἴμαστε ἀετοί καί μποροῦμε νά πᾶμε στά αἰθέρια.
Ὅ,τι λοιπόν προέρχεται ἀπό τήν ἀρχαία Ἑλλάδα θεωρεῖται πολύ σπουδαῖο στούς σύγχρονους Νεοέλληνες. Γι’ αὐτό καί ἡ ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν -τώρα τήν κατήργησαν τελείως- ἐδῶ στήν Ἑλλάδα ἔχει πάρει αὐτήν τήν μορφή πού ἔχει, ὅτι δηλαδή οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες εἶναι συνεχιστές τοῦ μεγάλου Ἑλληνικοῦ πνεύματος τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδας! Γι’ αὐτό τήν εἶχαν καθιερώσει τήν ἑορτή τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Ἄν ὅμως διαβάσει κανείς τούς Τρεῖς Ἱεράρχες, τόν Μεγάλο Βασίλειο, τόν Ἰωάννη Χρυσόστομο καί τόν Γρηγόριο τόν Θεολόγο, καί πρό παντός τόν ἱερό Χρυσόστομο, θά δεῖ ὅτι ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος συνέχεια ἐπικρίνει τούς ἀρχαίους Ἕλληνες. Τούς κρίνει καί τούς ἐπικρίνει συνεχῶς.
Ὁ Χρυσόστομος εἶναι μεγάλος «ὑβριστής» τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Γιά τόν Χρυσόστομο δηλαδή τό ὄνομα Ἕλληνας, πού εἶχε καταλήξει νά σημαίνει εἰδωλολάτρης -αὐτό σημαίνει Ἕλληνας- εἶναι μία βρισιά καί τίποτε ἄλλο. Ἀλλά καί ὁ Μέγας Βασίλειος, ὅπως καί ὁ Γρηγόριος ὁ Νύσσης δέν πᾶνε πολύ πίσω στό θέμα αὐτό. Αὐτοί, ὡς Καππαδόκες πού ἦταν, εἶχαν ἄλλη παράδοση. Εἶχαν τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Ὁ Χριστιανισμός ἐμφανίσθηκε σέ μία ἐποχή πού κυβερνοῦσε ἡ εἰδωλολατρία καί μεταξύ τῶν ἑλληνοφώνων καί λατινοφώνων -αὐτές ἦταν τότε οἱ δύο κύριες γλῶσσες ἡ Ἑλληνική καί ἡ Λατινική- κυριαρχοῦσαν γύρω ἀπό τά θέματα περί ψυχῆς διάφοροι φιλόσοφοι, Πλατωνικοί, Ἀριστοτελικοί, Πυθαγόρειοι κ.λ.π.
Οἱ περισσότερες ἀπό αὐτές τίς φιλοσοφίες, πού εἶχαν καί ὀπαδούς, ἦταν καί θρησκεῖες, δέν ἦταν ἁπλές φιλοσοφίες, ὅπως ὁ Νεοπλατωνισμός, πού ἦταν καθαρή θρησκεία. Βέβαια, ὅσοι θέλουν νά σώσουν τόν Πλάτωνα, γιά νά μήν χαρακτηρισθεῖ ἱδρυτής θρησκείας, λένε ὅτι αὐτός δέν εἶχε θρησκευτικό σύστημα. Ἀλλά ἐγώ ὑποπτεύομαι, λέει ὁ π. Ἰωάννης, ὅτι καί τό ἀρχαῖο Πλατωνικό σύστημα καί αὐτό θρησκεία ἦταν. Δέν ἦταν δηλαδή, μόνο ὁ Πλατωνισμός θρησκεία, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Πλάτων ἵδρυσε θρησκεία, ἀφοῦ ἐνσωματώνει τίς θρησκευτικές του πεποιθήσεις μέσα στό φιλοσοφικό του σύστημα. Ὁ Πλάτων δέν διαχωρίζει τήν θρησκεία του ἀπό τήν φιλοσοφία.
ταν κανείς συγκρίνει τά Ἀρχαία Ἑλληνικά μέ τά Νέα Ἑλληνικά βλέπει ὅτι ὑπάρχουν πάρα πολλές λέξεις πού διασώζονται στά Νέα Ἑλληνικά, ἴδιες μέ τίς λέξεις πού χρησιμοποιοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι, ὅμως ἔχουν ἀλλάξει ἔννοια καί δέν ἔχουν τήν ἴδια σημασία πού εἶχαν στήν ἀρχαιότητα. Αὐτό ἔχει γίνει καί στήν Θεολογία. Δηλαδή οἱ Ἅγιοι Πατέρες πῆραν τήν φιλοσοφική ὁρολογία τῆς ἐποχῆς τους καί τῆς ἔδωσαν ἄλλη ἔννοια π.χ. ὁ Λόγος, ὁ Θεός Λόγος. Οἱ φιλόσοφοι χρησιμοποιοῦσαν αὐτή τήν λέξη μέ ἄλλη ἔννοια ἀπ’ ὅτι οἱ Ἅγιοι Πατέρες.
Γι’ αὐτό ὅταν κανείς διαβάζει τούς Ἁγίους Πατέρες πρέπει νά γνωρίζει καί τήν ἔννοια τῆς κάθε λέξης πού ἔδωσαν αὐτοί. Μπορεῖ νά εἶναι ἴδια ἡ λέξη, ἀλλά νά ἔχει ἄλλη ἔννοια. Γιά τόν λόγο αὐτό οἱ Δυτικοί τούς παρεξήγησαν -ἴσως καί σκόπιμα- καί τούς εἶπαν ὅτι φιλοσοφοῦσαν καί ὅτι ἦταν ὀπαδοί τοῦ Πλάτωνα. Ἁπλῶς πῆραν τήν ὁρολογία τῆς ἐποχῆς καί ἔδωσαν ἄλλη ἔννοια στήν κάθε λέξη πού ἦταν σύμφωνη μέ τήν ἀποκαλυμμένη θεολογία. Μέ τήν θεολογία πού μᾶς εἶχε ἀποκαλύψει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.
Τά ρητά ἤ οἱ ὅροι εἶναι πολύ συνήθη στούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς φορεῖς συγκεκριμένων νοημάτων. Ἔτσι γιά νά κατανοήσουμε σωστά τούς πατέρες πρέπει ὄχι μόνο νά γνωρίζουμε τά ρητά πού χρησιμοποιοῦν, δηλαδή αὐτά πού εἶπαν καί δίδαξαν, ἀλλά καί τά ἀντίστοιχα νοήματά τους. Τί σημαίνει,ἄς ποῦμε, ὑπόσταση ; Λέμε ὁ Θεός εἶναι Τρισυπόστατος. Τί σημαίνει ὑπόσταση; Σημαίνει Πρόσωπο. Αὐτά πρέπει νά τά γνωρίζουμε, γιά νά καταλάβουμε τούς Ἅγιους Πατέρες.
Καί ὅταν λέμε Πατέρες δέν ἐννοοῦμε μόνο τούς Πατέρες τῆς Καινῆς, ἀλλά καί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Οἱ Πατέρες τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀναφέρονται στούς Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅπως εἰς τούς Πατέρες τῶν Πατέρων ἡμῶν καί γι’ αὐτό ἑορτάζομε τήν Κυριακή τῶν Προπατόρων. Λοιπόν, σκοπός δέν εἶναι νά γνωρίζουμε τά ρητά τῶν Πατέρων, ἀλλά καί τά νοήματα πού ὑπάρχουν μέσα σέ αὐτά τά ρητά. Ἀπό ὅλη τήν Πατερική Παράδοση, βλέπουμε οἱ Πατέρες νά τονίζουν ὅτι, αὐτό εἶναι πολύ σημαντικό, τό νά ταυτίσει τά ρητά -δηλαδή τά νοήματα περί Θεοῦ- μέ τόν ἴδιο τόν Θεό, αὐτό εἶναι ἡ ἀρχή τῆς εἰδωλολατρίας.
Λέμε, ὁ Θεός εἶναι Φῶς. Τί θά πεῖ αὐτό; Ἀλλοίμονο ἄν ταυτίσουμε τόν Θεό μέ τό Φῶς. Ποῦμε δηλαδή ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι Φῶς. Αὐτό εἶναι ἡ ἀρχή τῆς εἰδωλολατρίας. Μά τί εἶναι ὁ Θεός; Δέν ξέρουμε. Στήν οὐσία του δέν ξέρουμε τί εἶναι ὁ Θεός. Δέν μποροῦμε νά τό ποῦμε. Εἶναι ἄρρητα ρήματα. Ἀλλά λέμε κάποια πράγματα, τά ὁποῖα ὅμως μετά τά παίρνουμε καί πίσω. Γιατί τί λέμε; Ὁ Θεός εἶναι καί γνόφος. Γνόφος θά πεῖ σκοτάδι. Μά ἀφοῦ εἶναι φῶς, πῶς εἶναι καί σκοτάδι; Τό πολύ φῶς εἶναι σκοτάδι. Γι’ αὐτό, λέμε, ὁ Μωυσῆς ἦταν μέσα στόν γνόφο τοῦ Θεοῦ. Μέσα στό πάρα πολύ μεγάλο φῶς. Δέν ἔχουμε λέξη καί τό λέμε γνόφο, σκοτάδι. Αὐτή εἶναι ἡ λεγόμενη Ἀποφατική Θεολογία. Δηλαδή λέμε κάτι καί μετά λέμε δέν εἶναι αὐτό, γιατί δέν ἔχουμε λέξεις γιά τόν Θεό. Ὁ Θεός δέν ταυτίζεται μέ κανένα ἀνθρώπινο νόημα, καί μέ καμία λέξη. Δέν μποροῦμε νά περιγράψουμε τόν Θεό. Ὁ Θεός εἶναι ἀπερίγραπτος, εἶναι ἀκατάληπτος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, λέμε ὅλα αὐτά πού δέν εἶναι ὁ Θεός, γιατί δέν μποροῦμε νά ποῦμε τί εἶναι. Εἶναι αὐτή ἡ ἀποφατική Θεολογία.
Ἀπό τήν ἄλλη λέμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι φῶς, εἶναι ἀγάπη, ἀλλά προσέξτε πάλι, δέν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ ἡ ἀγάπη, ὅπως λένε κάποιοι, νεοορθόδοξοι κλπ. Δέν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ ἡ ἀγάπη. Δέν γνωρίζουμε τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ. Τί εἶναι ἡ ἀγάπη; Εἶναι ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἡ ἀγάπη. Τί εἶναι τό Φῶς; Ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι τό Φῶς. Εἶναι παντελῶς ἄγνωστο, ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ.
Τό ἄκτιστο τοῦ Θεοῦ - σημαίνει τό ἀδημιούργητο, γιατί ὁ Θεός δέν εἶναι δημιουργημένος ἀπό κανέναν - δέν ἐκφράζεται κυριολεκτικά μέ νοήματα, ἀλλά μόνο καταχρηστικῶς ἀποδίδουμε ὀνόματα στόν Θεό (π.χ. ὅτι εἶναι καλός, εἶναι ἀγαθός, εἶναι ἐλεήμων κ.λ.π.). Ἀλλά εἶναι καί ὑπέρ-καλός, πάνω ἀπό τό κάλλος. Δέν μποροῦμε πραγματικά νά ποῦμε τί εἶναι ὁ Θεός.
Καί αὐτό τό λέμε ὅτι εἶναι ἀγαθός, καλός, ἐλεήμων, διότι ξέρουμε ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν Προφητῶν καί τῶν Πατέρων, ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ δοξασμοῦ, δηλαδή τῆς θεώσεώς τους, ὅτι κατά τήν θέωση καταργοῦνται τά νοήματα περί Θεοῦ. Ἔτσι λέμε ὅτι δέν μποροῦμε νά ποῦμε τίποτα τελικά γιά τόν Θεό. Γιατί ὅταν φθάσει τελικά ὁ ἄνθρωπος στήν θέωση, δέν μπορεῖ νά πεῖ τίποτα, σταματοῦν τά νοήματα. Σ’ αὐτήν τήν ἐμπειρία ἐξακριβώνεται αὐτό τό γεγονός ὅτι δηλαδή δέν ἀνταποκρίνεται κανένα κτιστό νόημα στήν ἄκτιστη πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό εἶπε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι «πῆγα μέχρι τρίτου Οὐρανοῦ», δηλαδή μέχρι τόν Παράδεισο, αὐτός εἶναι ὁ τρίτος Οὐρανός, «καί ἤκουσα ἄρρητα ρήματα (Β' Κορινθ. 12,4). Δέν λέγονται γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀπερίγραπτος, ἀκατάληπτος.
Δέν ὑπάρχει καμία ἀπολύτως ταυτότης, οὔτε ὁμοιότης τῶν νοημάτων ἤ ὀνομάτων πού ἔχουμε περί Θεοῦ, μέ τήν πραγματικότητα πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Διότι τά νοήματα, τά ρήματα, οἱ λέξεις, τά λόγια εἶναι κτιστά. Εἶναι δημιουργήματα δικά μας. Ὁ Θεός εἶναι ἄκτιστος. Δέν ὑπάρχει καμία σχέση κτιστοῦ καί ἀκτίστου. Καμία ἀπολύτως. Καί γι’ αὐτόν τόν λόγο κατά τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, μᾶς εἶπαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὅτι καταργοῦνται τά πάντα καί λέμε ὅτι δέν μποροῦμε νά περιγράψουμε τό Θεῖο.
Ὑπάρχει ἡ ἄποψη, πού ἀναφέραμε καί προηγουμένως, ὅτι οἱ Πατέρες εἶναι ἐπηρεασμένοι ἀπό τόν Πλάτωνα. Λάθος βέβαια. Δέν ὑπάρχει καμία ἀμφιβολία ὅτι ὑπάρχει ὁμοιότης στήν ὁρολογία μεταξύ τῶν Νεοπλατωνικῶν καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει ὅτι οἱ Πατέρες ἦταν Νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι, ὅπως λέγουν κάποιοι. Ἐδῶ ὅμως ὑπάρχει μία οὐσιαστική διαφορά. Χαρακτηριστικό τοῦ Νεοπλατωνισμοῦ εἶναι ἡ ἔκστασις, ἡ ὁποία εἶναι μία ἐμπειρία ἡ ἔκστασις, πού γιά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι δαιμονική.
Εἶναι δαιμονική ἐνέργεια ἡ ἔκστασις. Προσέξτε! Αὐτό ἔχει σημασία καί γιά μᾶς σήμερα, γιατί καί σήμερα ὑπάρχει ἔκστασις. Δέν τήν λένε ἔκσταση, τήν λένε καί ἔτσι, ἀλλά χρησιμοποιοῦν καί ἄλλες ὁρολογίες, ὅπως ἐξωσωμάτωση ἤ ἀστρικό ταξίδι, ἀστρική προβολή κ.λ.π. Αὐτά τά λένε αὐτοί πού εἶναι μπερδεμένοι μέ ἀνατολικές θρησκεῖες, γιόγκα, διαλογισμό καί τέτοια.
Οἱ Πατέρες τό εἶπαν ἀπερίφραστα ὅτι αὐτό δέν εἶναι ἐμπειρία Θεοῦ. Αὐτοί πού πηγαίνουν στίς ἀνατολικές θρησκεῖες, γιόγκα, ἀκροπολις κτλ καί ἐσωτερικές φιλοσοφίες, ὐπάρχουν πολλά τέτοια πού κυκλοφοροῦν, ὅλα αὐτά εἶναι δαιμονικά συστήματα πού σοῦ ὑπόσχονται ἐμπειρίες. Δέν εἶναι ὅμως ὅλες οἱ ἐμπειρίες θεϊκές. Ὑπάρχουν καί ἐμπειρίες δαιμονικές. Οἱ ἀφελεῖς μόνο ζητοῦν ἐμπειρίες ἀσυλλόγιστα. ‘’Ὅτι νά ’ναι, ἀρκεῖ νά εἶναι ἐμπειρίες’’ λένε! Αὐτά ὅμως δέν εἶναι ἀστεῖα! Ὅπως κάποια παιδιά πού πήγαιναν στά νεκροταφεῖα καί ἔκαναν διάφορα γιά νά δοῦν ἐμπειρίες. Τί ἐμπειρίες θά δοῦνε; Δαιμονικά πράγματα θά δοῦνε. Δέν μπορεῖς νά παίζεις μέ τόν δαίμονα, θά πάθεις μεγάλη ζημιά.
Ἔτσι κι αὐτοί οἱ Νεοπλατωνικοί, πού ἦταν θρησκεία καί ἄς ἐμφανίζεται ὡς φιλοσοφία, εἶχαν τήν ἔκσταση πού ἦταν δαιμονική ἐμπειρία. Σ’ αὐτό τό σύστημα, πρίν γίνει Χριστιανός, εἶχε παρασυρθεῖ καί ὁ Ἅγιος Ἰουστίνος ὁ Φιλόσοφος καί Μάρτυς. Εἶχε ἕναν δάσκαλο σάν γκουρού καί περίμενε ἀπό ὥρα σέ ὥρα νά δεῖ τόν Θεό, νά πάθει αὐτή τήν ἔκσταση. Εἶχαν τέτοιες διδασκαλίες. Διδασκαλίες δαιμόνων, οἱ ὁποῖες ὑπάρχουν καί σήμερα μέ τίς ὀνομασίες πού ἀναφέραμε.
Κατά τήν ἔκσταση ἐξέρχεται τό λογιστικό τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό χῶρο καί τόν χρόνο, καθώς καί ἀπό τήν διαδοχική σκέψη καί ἑνώνεται -ὑποτίθεται- κατ΄αὐτούς μέ τό ἀμετάβλητο. Λένε δηλαδή οἱ Νεοπλατωνικοί ὅτι ὑπερβαίνει τόν χρόνο καί τά μεταβλητά. Μέσα σ’ αὐτή τήν διαδικασία τό σῶμα γι’ αὐτούς εἶναι κάτι τό κακό ἤ τό ἀρνητικό. Γι’ αὐτό ἔλεγε καί ὁ Πλάτωνας ὅτι πρέπει νά καταστραφεῖ τό σῶμα.
Πάντως τό σῶμα δέν συμμετέχει στήν ἐμπειρία τῆς ἐκστάσεως τῶν Νεοπλατωνικῶν. Ἐνῶ στήν θέωση, πού ἔχουμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, πού εἶναι ἕνωση μέ τόν Θεό καί ὄχι δαιμονική ἐνέργεια, ὅπως εἶναι ἡ ἔκσταση, ἔχουμε συμμετοχή καί τοῦ σώματος. Οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι στό Θαβώρ ἔβλεπαν τό ἄκτιστο Φῶς καί μέ τά σωματικά μάτια, ὄχι μόνο μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς. Εἴτε τά μάτια τους ἦταν κλειστά, εἴτε ἀνοιχτά, αὐτοί ἔβλεπαν τό ἄκτιστο Φῶς. Μεταμορφώνονται καί τά σωματικά αἰσθητήρια ἔτσι, ὥστε νά μποροῦν νά δοῦν τόν Θεό. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, πού εἶχε τήν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ, λόγω τοῦ ὅτι δέν εἶχε τίς προϋποθέσεις νά δεῖ τόν Θεό, τυφλώθηκε. Τυφλώθηκε ἀπό τό πολύ Φῶς πού εἶδε, τό ἄκτιστο Φῶς. Αὐτή λοιπόν εἶναι ἡ βασική διαφορά. Οἱ Πατέρες δέν μιλοῦν γιά ἔκσταση, μιλοῦν γιά φωτισμό καί γιά θέωση. Δέν φεύγει ἡ διάνοια, τό λογιστικό ἀπό τό σῶμα. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι κανονικότατος, λειτουργεῖ καί ἔχει συνείδηση τί τοῦ γίνεται.
Ὅταν λέμε θέωση, τί ἐννοοῦμε; Πρέπει νά ποῦμε ὅτι οἱ Πατέρες δέν φιλοσοφοῦν, δέν κάνουν στοχασμό, δέν κάνουν μιά θεολογία τοῦ γραφείου, νά καθίσουν νά σκεφθοῦν, νά γράψουν γιά τόν Θεό καί νά τό δώσουν στόν κόσμο ἤ νά τό διαβάσουν καί νά κάνουν μία ὁμιλία. Δέν εἶναι αὐτό τό πράγμα ἡ θεολογία. Οἱ Πατέρες τί κάνουν; Καθαρίζουν τήν καρδιά τους καί ἔχουν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ. Ἔχουν τόν φωτισμό, φθάνουν καί στή θέωση καί περιγράφουν αὐτά πού ζοῦν. Εἶναι δηλαδή μιά ἐμπειρική ἐπιστήμη ἡ θεολογία. Τά δέ κείμενα πού ἔχουμε εἶναι καταθέσεις ἐμπειρίας, δέν εἶναι προϊόντα φιλοσοφίας καί στοχασμοῦ.
Γνωρίζουν οἱ Πατέρες ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως ὅτι τά νοήματα, πού χρησιμοποιοῦμε γιά τόν Θεό, καταργοῦνται, ὅταν ἀντικρύζουμε τόν ἴδιο τόν Θεό, ἐκείνην δηλαδή τήν πραγματικότητα πού εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Τότε ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά πεῖ τίποτα.
Ὁπότε τά νοήματα περί Θεοῦ, πού χρησιμοποιοῦμε εἶναι μόνο τά μέσα γιά νά βοηθήσουν κάποιον νά δεῖ τόν Θεόν. Τότε, ὅταν κάποιος δεῖ τόν Θεόν, ἡ πίστις καί ἡ ἐλπίς καταργοῦνται καί μένει μόνον ἡ αγάπη. Αὐτό τό λέγει ξεκάθαρα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «Νυνί δέ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τά τρία ταῦτα» (Α’Κορ. 13,13). Ὅταν φθάσει ὁ ἄνθρωπος στήν ἀγάπη, τότε τά ἄλλα δύο δέν χρειάζονται πλέον. Γιατί ἡ πίστις τί εἶναι; Εἶναι νά πιστεύεις αὐτό πού δέν βλέπεις. Ὅταν τό δεῖς, δέν χρειάζεται ἡ πίστις. Καί ἡ ἐλπίς πάλι τί εἶναι; Ἐλπίζεις, περιμένεις νά δεῖς αὐτό πού πιστεύεις. Ὅταν τό δεῖς, δέν χρειάζεται πλέον καί ἡ ἐλπίδα καί μένει μόνο ἡ ἀγάπη.
Ἡ πίστις δηλαδή πρός τόν Θεόν μαζί μέ ὅλα τά συναφή νοήματά της, καθώς καί ἡ ἐλπίδα πρός τόν Θεό μαζί μέ ὅλα τά συναφή νοήματά της καταργοῦνται, ὅταν κανείς βλέπει τόν Θεόν, πού εἶναι ἡ Ἀγάπη. Τά νοήματα ἀντικαθίστανται τότε ἀπό τήν ἴδια τήν θέα τοῦ ἀγαπωμένου. Τότε ὁ ἄνθρωπος δοξάζεται, δηλαδή βλέπει τόν Χριστό ἐν δόξη, καί μετέχει στήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ὑφίσταται μέθεξη Θεοῦ, τήν θέωση, δηλαδή ζεῖ πλέον τήν ἀγάπη. Ἀλλά τήν ἀγάπη ὅμως τήν ἀληθινή. Τήν ἕνωση μέ τόν Θεό πού εἶναι ἡ Ἀγάπη.
Οἱ ἄνθρωποι συνήθως ἀντιμετωπίζουν τούς συνανθρώπους των μέ βάση τίς ἤδη διαμορφωμένες γι’ αὐτούς ἀντιλήψεις. Ἀντιθέτως, ἐκεῖνος πού ἀντικρύζει τόν Χριστόν κατά τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, δηλαδή ἐκεῖνος στόν ὁποῖον ἀποκαλύπτεται ὁ Χριστός μέ τήν δεδοξασμένη Θεανθρώπινη Του φύση, ὅπως τήν εἶδαν οἱ Ἀπόστολοι στό Θαβώρ στήν Μεταμόρφωση, δέν μπορεῖ νά κρατήσει τότε στόν νοῦ του κανένα ἀνθρώπινο νόημα ἤ προηγούμενη γνώμη, πού ἐνδεχομένως εἶχε σχηματίσει γιά τόν Χριστό, διότι δέν ὑπάρχει τίποτε ἀπολύτως στήν ὑλική ἤ ἄϋλη δημιουργία, τίποτε τό κτιστό ἐκτός ἀπό τό ἀνθρώπινο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού νά μοιάζει μέ τήν ἄκτιστη πραγματικότητα τῆς δόξης τοῦ δεδοξασμένου Χριστοῦ, τόν ὁποῖον τώρα ἀντικρύζει.
Εἶναι αὐτό πού ἔλεγε πολύ ἁπλά ὁ Ἅγιος Πορφύριος, εἶναι ἄλλο πράγμα ὁ Χριστός, δέν μποροῦμε νά τό καταλάβουμε, δέν μποροῦμε ἄν δέν τό ζήσουμε, γιατί τότε βλέπουμε τί εἶναι ὁ Θεός καί ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι δέν εἶναι τίποτα, δέν ταιριάζει μέ τίποτα ἀπό αὐτά πού ξέρουμε, πού ἔχουμε μέχρι τώρα δεῖ, ἀκούσει καί σκεφθεῖ περί Θεοῦ.
Ἁπλῶς δέχεται τόν Χριστό ὅπως Τόν βλέπει. Οὔτε νά Τόν περιγράψει μπορεῖ οὔτε νά μιλήσει γι’ Αὐτόν μέ ἀντικειμενικότητα μπορεῖ. Διότι δέν ὑπάρχουν ἀνθρώπινες λέξεις, πού νά μποροῦν νά περιγράψουν τήν ἄκτιστη πραγματικότητα τοῦ Χριστοῦ, τῆς θεϊκῆς φύσεως τοῦ Χριστοῦ. Καί τοῦτο, ἐπειδή δέν ὑπάρχει καμία ὁμοιότης μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου. Ὁ θεωμένος δέν βλέπει ὅμως καί τήν φύση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ζεῖ μόνο τήν ἐνέργεια. Στήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ μετέχει καί τό Φῶς πού βλέπει εἶναι ἡ ἐνέργεια. Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι παντελῶς ἀπρόσιτη.
Ἐδῶ θά πρέπει νά τονίσουμε τό ἑξῆς: Ἡ ἐμπειρία τῆς θεώσεως στήν Χριστιανική παράδοση δέν ἔχει καμία σχέση μέ κανενός εἴδους ἔκσταση. Αὐτό πού εἴπαμε ὅτι παθαίνουν στίς ἀνατολικές θρησκεῖες. Δέν εἶναι ἔκστασις, οὔτε ἔχει νά κάνει μέ τό λογιστικό τοῦ ἀνθρώπου -μέ τήν λογική δηλαδή- μόνο, διότι κατά τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως μετέχει ὅλος ὁ ἄνθρωπος καί τό σῶμα του δηλαδή, μέ ὅλες τίς αἰσθήσεις του ἐν πλήρει λειτουργία. Δέν χάνει ὁ ἄνθρωπος τόν ἑαυτό του, τήν συνείδησή του, δέν βγαίνει ἔξω ἀπό τό σῶμα του, ὅπως τάχατες λένε ὅτι συμβαίνει στήν ἔκσταση, ἐκεῖ εἴπαμε εἶναι δαιμονική ἐμπειρία, δαιμονική ἐνέργεια. Μπερδεμένα πράγματα.
Ὁ ἄνθρωπος, ὅταν βλέπει τόν Χριστό ἐν δόξη, βρίσκεται σέ κατάσταση πλήρους ἐγρηγόρσεως. Ξέρει πολύ καλά τί τοῦ γίνεται. Ὁπότε δέν βλέπει μόνο ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά βλέπει καί τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.
Ἄν διαβάσετε τό βιβλίο τοῦ Ἰώβ, θά δεῖτε ἐκεῖ νά ἀναφέρεται ὅτι «ἡ σάρξ τοῦ Ἰώβ εἶδε τόν Θεόν» (Ἰωβ 42,5). Ὄχι μόνο τό σῶμα του ἀλλά καί ἡ ψυχή του. Θεώθηκε ὁ νοῦς του, ἀλλά καί τό σῶμα του. Δηλαδή μετεῖχε καί τό σῶμα τοῦ Ἰώβ στήν ὅραση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Κατά τή διάρκεια τοῦ δοξασμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή κατά τήν ἐμπειρία αὐτῆς τῆς θεώσεως -δοξασμός εἶναι ἡ θέωση δηλαδή ὁ ἄνθρωπος μετέχει στή δόξα τοῦ Θεοῦ- ὁ ἄνθρωπος, τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου δέν χάνει τήν ἐπαφή μέ τό περιβάλλον του.
Αὐτό ὅμως ὑπό τήν προϋπόθεση ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀπό προηγούμενες παρόμοιες ἐμπειρίες εἶχε συνηθίσει στό νά βλέπει τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Μόνο ἀρχικά κατά τίς πρῶτες ἐμπειρίες ἀποπροσανατολίζεται ὁ ἄνθρωπος, -ὅταν τοῦ συμβεῖ γιά πρώτη φορά τά χάνει- καί μπορεῖ ἀκόμη καί προσωρινά νά τυφλωθεῖ ἀπό τήν ὑπερβολική λαμπρότητα τοῦ ἀκτίστου Φωτός, χωρίς ὅμως νά χάνει τίς νοερές του αἰσθήσεις.
Ὁ ἄνθρωπος νοερά σκέφτεται κανονικά, ὅπως σκέπτεται ὁ καθένας. Οἱ σωματικές του αἰσθήσεις ὅμως μποροῦν νά πάθουν μία ἀλλοίωση, ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἀκόμη συνηθισμένος στό ἄκτιστο Φῶς καί νά τυφλωθεῖ προσωρινά, ὅπως συνέβη στόν Ἀπόστολο Παῦλο -πού τότε ἦταν ἀκόμη Σαῦλος-, ὅταν εἶδε γιά πρώτη φορά τόν δεδοξασμένο Χριστό στήν πορεία του πρός τήν Δαμασκό. Τότε δέν τυφλώθηκε μέ τήν ἔννοια ὅτι καταστράφηκαν τά μάτια του, ἀλλά τυφλώθηκε προσωρινά ἀπό τήν ὑπερβολή τῆς λαμπρότητας τοῦ Φωτός, δηλαδή τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ. Καί ὅταν ἐπανέκτησε τίς αἰσθήσεις του, τότε ξαναεῖδε κανονικά. Δέν τοῦ συνέβη δηλαδή κανένα θαῦμα καί ξαναεῖδε. Ἁπλῶς δέν ἔβλεπε γιά ἕνα διάστημα, ἐπειδή θαμπώθηκε.
Τό ἄκτιστο Φῶς, ὅταν ὁρᾶται, εἶναι πολύ πιό φωτεινό σέ ἔνταση ἀπό τό φῶς τοῦ ἡλίου καί διαφορετικῆς φύσεως ἀπό αὐτό. Εἶναι τό ἴδιο τό Φῶς τῆς Μεταμορφώσεως. Τά λέμε αὐτά γιά νά καταλάβουμε ποῦ μᾶς καλεῖ ὁ Θεός! Σέ τί μεγαλεῖο μᾶς καλεῖ. Εἶναι χρήσιμα καί αὐτά τά ἠθικολογικά, τά πρακτικά, τά καθημερινά πού λέμε, ἀλλά νά ξέρουμε καί τά μεγάλα στά ὁποῖα μᾶς ἔχει δώσει τήν δυνατότητα ὁ Θεός νά μετέχουμε. Γιατί ὅλοι ἔχουμε αὐτή τήν δυνατότητα καί πρέπει νά ἀγωνιστοῦμε νά φθάσουμε στό ὕψος πού μπορεῖ ὁ καθένας. Ὁ Ἅγιος Παΐσιος σέ μία τέτοια ἐμπειρία του ἔβλεπε τό φῶς τοῦ μεσημεριανοῦ ἡλίου ὡς φῶς φεγγαριοῦ καί ἀναρωτιόταν πότε ἐπιτέλους θά ξημερώσει. Τόσο θαμπωμένος ἦταν ἀπό τό ἄκτιστο Φῶς!
Ἀλλά τό Φῶς αὐτό δέν εἶναι κἄν φῶς, ὅπως τό ἐννοοῦμε, ὅπως τό γνωρίζουμε ἐμεῖς τό φῶς. Γιατί; Διότι ὑπερβαίνει τό φῶς! Γι’ αὐτό λέμε γιά τόν Θεό οὔτε Φῶς εἶναι, εἶναι γνόφος. Εἶναι πάρα πολύ Φῶς, δηλαδή εἶναι σκοτάδι. Δέν ἔχουμε κατάλληλες λέξεις γιά τήν περιγραφή τοῦ Θεοῦ.
ἄνθρωπος πού βρίσκεται στήν κατάσταση αὐτή τοῦ δοξασμοῦ, ὅταν παρέλθει ἡ ὅρασις τοῦ Φωτός, συνεχίζει νά συναναστρέφεται κανονικά μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, δέν χάνει τόν ἑαυτό του, οὔτε τήν αἴσθηση τοῦ περιβάλλοντός του, οὔτε τίποτα. Μπορεῖ νά ἐπικοινωνεῖ κανονικά, νά μιλάει κανονικά, γιά ὅσο διάστημα συνεχίζεται αὐτή ἡ θεωτική ἐνέργεια ἐπάνω του. Αὐτό τό βλέπουμε καθαρά στούς βίους τῶν Ἁγίων.
Βλέπουμε δηλαδή ὅτι, ὅταν βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος σέ ὑπέρ φύσιν κατάσταση, συνεχίζει νά συναναστρέφεται τούς ἄλλους γύρω του μέ μόνη τή διαφορά ὅτι δέν τρώγει, δέν πίνει, δέν κοιμᾶται, δέν πηγαίνει γιά φυσική του ἀνάγκη κατά τή διάρκεια τῆς καταστάσεως αὐτῆς, διότι βρίσκεται σέ ὑπέρ φύσιν κατάσταση καί τόν συντηρεῖ στή ζωή μόνη ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπως συνέβη στόν Μωυσῆ στό ὄρος Σινᾶ αὐτή ἡ κατάσταση καί διήρκεσε 40 ἡμέρες καί 40 νύχτες.
Τό λέει ἡ Παλαιά Διαθήκη ὅτι ἔμεινε 40 ἡμέρες μέσα στόν γνόφο, στό πάρα πολύ Φῶς τοῦ Θεοῦ, στήν θέωση. Τί ἔτρωγε, τί ἔπινε, ποῦ κοιμόταν; Τίποτα ἀπό ὅλα αὐτά! Εἶχαν ἀνασταλεῖ ὅλα καί ἦταν σέ θεωρία τοῦ Θεοῦ, σέ θέωση. Γι’ αὐτό ὅταν κατέβηκε ἀπό τό Σινᾶ, οἱ Ἰσραηλίτες δέν μποροῦσαν νά τόν κοιτάξουν στό πρόσωπο, γιατί ἄστραφτε καί ἔλαμπε τό πρόσωπό του σάν τόν ἥλιο καί ἀναγκάστηκε νά βάλει κάτι σάν πετσέτα στό πρόσωπό του γιά νά μπορέσουν νά τόν ἀντικρύσουν. Τόση ἦταν ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ. Φανταστεῖτε τί ἔζησε αὐτός ὁ ἄνθρωπος 40 ἡμέρες! Αὐτό δέν τό κάνει ὁ ἄνθρωπος, τό παθαίνει, δέν τό προκαλεῖ. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος -ὁ Μωυσῆς δηλαδή- γιά τόσες ἡμέρες καί νύχτες δέν κοιμᾶται, δέν κουράζεται, δέν τρώει, δέν πίνει κλπ. Εἶναι δηλαδή ἐλεύθερος ἀπό τά ἀδιάβλητα πάθη, τά φυσικά πάθη τοῦ σώματος.
Ἀδιάβλητα πάθη λέμε αὐτά πού πῆρε καί ὁ Κύριος μέ τήν ἐνανθρώπιση, δηλαδή πείνα, δίψα, κούραση, πόνος, τά ὁποῖα τά ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καί δέν εἶναι φυσικά ἁμαρτία. Ἁμαρτία εἶναι ὅταν τά ὑπέρ-ἱκανοποιεῖς. Πεινᾶς, ἀλλά δέν τρῶς νά καλύψεις μόνο τήν πείνα, τρῶς καί παραπάνω καί παραπάνω. Τότε γίνεται πάθος, γίνεται ἁμαρτία. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάσει στή θέωση αὐτά τά πάθη ἀπομακρύνονται. Ἐλευθερώνεται ἀπό αὐτά. Καί τοῦτο συμβαίνει, διότι γίνεται τότε μία ἀναστολή τῆς λειτουργίας τοῦ πεπτικοῦ συστήματος καθώς καί τοῦ ὕπνου καί ὁ ἄνθρωπος γίνεται ἐπίγειος ἄγγελος. Αὐτός εἶναι ὁ ἐπίγειος ἄγγελος. Δέν εἶναι σχῆμα λόγου, ὅταν λέμε στά τροπάρια γιά τούς Ἁγίους ὅτι, ἔγινε ἐπίγειος ἄγγελος καί οὐράνιος ἄνθρωπος. Δέν εἶναι καλολογικό στοιχεῖο πού σκέφθηκε ἔτσι ὁ ὑμνογράφος καί τό ἔγραψε. Εἶναι πραγματικότητα. Γιατί αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἔζησαν τήν θέωση καί γίνεται αὐτή ἡ ἀναστολή τῶν φυσικῶν λειτουργιῶν.
Κατά τά ἄλλα ὅμως συμπεριφέρεται ὅπως οἱ ἄλλοι. Περπατάει, μιλάει, συναναστρέφεται μέ τούς ἄλλους, μπορεῖ νά διδάσκει κ.λ.π. καί ταυτόχρονα νά βρίσκεται καί στήν κατάσταση αὐτή, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι μία κατάσταση ἄρρητης μακαριότητας. Μία κατάσταση χαρᾶς καί γλυκύτητας πού δέν περιγράφεται, ὅπως τήν περιγράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὡς «καρπό τοῦ Πνεύματος, χαρά, εἰρήνη, ἀγάπη…» (Γαλ. 5,22). Κατ΄ ἐξοχήν βιώνει τόν καρπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ θεωμένος ἄνθρωπος.
Στήν λαϊκή παράδοση, στήν παράδοσή μας τά ἔχουμε αὐτά τά πράγματα. Δέν ὑπῆρχαν μόνο κάποτε, ἀλλά ὑπάρχουν καί σήμερα ἄνθρωποι πού τά ζοῦνε καί μοῦ τά λένε, προπαντός στά χωριά καί δή στά παλιά χρόνια κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας στά μέρη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας (σημειῶστε ὅτι καί ὁ π. Ἰωάννης ἦταν Καππαδόκης), ἔχουμε περιγραφές, πού ὁ παπάς τοῦ χωριοῦ βρέθηκε σέ τέτοια κατάσταση θεώσεως κατά τήν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας. Ὅμως συνέχισε -δέν ἐπιτρέπεται νά διακόψει ὁ ἱερέας τή Θεία Λειτουργία- νά διαβάζει, νά ψάλλει, νά κάνει τίς ἐκφωνήσεις, νά λέγει τίς προσευχές καί νά τελειώνει τήν ἀκολουθία. Γιατί;
Διότι, ναί μέν κατά τήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως σταματάει ἡ νοερά εὐχή, σταματάει ἡ προσευχή, γιατί στήν προσευχή λές ‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με’. Ἡ νοερά προσευχή πού εἶναι ἡ κατάσταση τοῦ φωτισμοῦ ὅπως εἴπαμε, ὅταν φθάσεις στή θέωση σταματάει γιατί πλέον σέ ἐλέησε ὁ Θεός, ἑνώθηκε μαζί σου. Πέτυχες αὐτό πού ἤθελες. Ὁπότε σταματάει ἡ νοερά προσευχή, ἡ ἀδιάλειπτος δηλαδή καρδιακή προσευχή, ὅμως αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ὑποχρεωτικά σταματάει ἡ λογική λατρεία, δηλαδή ἡ λογική προσευχή, ἡ προσευχή πού γίνεται μέ τό μυαλό, μέ τή διάνοια, αὐτό πού κάνουμε στήν Ἐκκλησία: ἐκφωνήσεις τοῦ ἱερέα, ἀπάντηση τοῦ λαοῦ διά τοῦ ψάλτου... Μερικές φορές μουρμουρίζουν καί μερικοί ἀπό κάτω - μᾶλλον ἀπό ἐνθουσιασμό - ἀλλά αὐτό δέν εἶναι σωστό. Ὁ ψάλτης πρέπει νά τά λέει.
Αὐτή εἶναι ἡ λογική λατρεία. Αὐτό δέν σταματάει. Ἡ προσευχή μέσα στήν καρδιά σταματάει, γιατί εἴπαμε πέτυχε ὁ ἄνθρωπος τό ζητούμενο. Ἡ Θεία Λειτουργία συνεχίζεται ὅμως ἐφ’ ὅσον αὐτή γίνεται γιά τήν κατήχηση τῶν ἄλλων. Ὁ παπάς ἔφθασε στή θέωση, οἱ ἄλλοι ὅμως δέν ἔχουν φθάσει στή θέωση καί πρέπει νά τελειώσει τήν Λειτουργία καί φυσικά τήν τελειώνει. Βέβαια γιά τόν ἴδιο τόν παπά, πού ἔρχεται σέ θέωση κατά τήν διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, δέν χρειάζεται πλέον ἡ λογική προσευχή, χρειάζεται ὅμως γιά τούς ἄλλους πού παρακολουθοῦν τήν Λειτουργία. Διότι πρέπει οἱ ἄνθρωποι νά κοινωνήσουν. Σκοπός τῆς Λειτουργίας αὐτός είναι. Δέν εἶναι σωστό νά πηγαίνουμε στή Θεία Λειτουργία καί νά μήν κοινωνοῦμε, ἐκτός ἄν ἔχουμε ἐπιτίμιο. Δεν εἶναι ἀκρόαμα καί θέαμα ἡ Θεία Λειτουργία. Ἡ Θεία Λειτουργία ἔχει σκοπό τήν ἕνωση μέ τόν Θεό, νά κοινωνήσουμε δηλαδή, ἐκτός ἄν ἔχουμε ἄλλη ὁδηγία ἀπό τόν Πνευματικό.
Σχετικά μέ τήν Θεία Κοινωνία ὑπάρχει Κανόνας τῆς Ἐκκλησίας πού λέει ὅτι «ἄν δέν κοινωνήσεις, θά πρέπει νά πεῖς τόν λόγο γιατί δέν κοινώνησες». Γιατί λέει «αὐτός πού δέν κοινωνεῖ, ποιεῖ ἀταξία». Εἶναι ἀταξία νά μήν κοινωνήσεις. Θά πρέπει νά ἔχεις ἐτοιμαστεῖ μέ τόν Πνευματικό σου νά μπορεῖς νά κοινωνήσεις. Ἴσως ρωτήσει κάποιος, πόσο συχνά; Οἱ πρῶτοι χριστιανοί κοινωνοῦσαν σχεδόν καθημερινά. Δέν εἶναι βραβεῖο ἡ Θεία Κοινωνία, εἶναι φάρμακο. Πρέπει νά προσπαθοῦμε νά κοινωνοῦμε ὅσο γίνεται πιό συχνά. Νά μήν ἀμελοῦμε.
Σήμερα ἔχουμε τόσο πολύ ἀλλοτριωθεῖ πού λένε τά ἀνάποδα ἐντελῶς καί θεωροῦν ἀρετή τό νά μήν κοινωνήσεις. Ἄν δοῦν μάλιστα κάποιον πού κοινωνεῖ τακτικά τοῦ ἐπιτίθενται κιόλας: ‘’σούπα τό πέρασες;’’ Κι ἐνῶ ἐμεῖς ντρεπόμαστε καί νά τό ἀκοῦμε, αὐτοί δέν ντρέπονται νά τό λένε. Μπαίνει ἡ ζήλεια ἐνδεχομένως κι ἄλλα πράγματα. Ἀκόμη καί σέ ἱερεῖς συναντοῦμε αὐτή τήν πλάνη. Βλέπετε πόση ἀλλοτρίωση ἔχουμε!
Ὁ παπάς λοιπόν πρέπει νά τελειώσει τήν Θεία Λειτουργία γιατί ὁ κόσμος θέλει νά κοινωνήσει. Ἔτσι ὁ παπάς συνεχίζει νά τελεῖ τήν Θεία Λειτουργία καί νά τήν τελειώνει, παρόλο πού βρίσκεται σέ κατάταση θεώσεως.
Αὐτές τίς περιγραφές τῆς λαϊκῆς παραδόσεως, πού εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση, αὐτή εἶναι ἡ παράδοσή μας, μερικοί σημερινοί σνόμπ θεολόγοι - ὁ π. Ἰωάννης τά λέει μέ τό ὄνομά τους! - τοῦ Πανεπιστημίου τίς κοροϊδεύουν, ‘’λένε τί εἶναι αὐτά; Φαντασιοπληξίες’’, χωρίς νά ξέρουν ὅτι σ’ αὐτά τά θέματα ἡ λαϊκή παράδοσις εἶναι μέσα στά πλαίσια τῶν ἐμπειριῶν τοῦ φωτισμοῦ καί τῆς θεώσεως, γιά τίς ὁποῖες ὑπάρχει ἀπό πίσω μία ὁλόκληρη Πατερική παράδοσις, πού μᾶς ἑρμηνεύει θεολογικά αὐτά τά φαινόμενα. Καί πάει κανείς ὡς ‘ἐξυπνάκιας’ νά τούς κάνει μάθημα καί ὁ ἄλλος ἀπό κάτω βλέπει τό ἄκτιστο φῶς καί τόν σβήνει στήν κυριολεξία μέ τίς ἐμπειρίες πού ἔχει. Λοιπόν βλέπουμε ὅτι σ’ αὐτά τά φαινόμενα δέν ἔχουμε καμία ταύτιση μέ τίς ἐκστάσεις τῶν Νεοπλατωνικῶν, γιατί εἴπαμε ἐκεῖ ὁ ἄνθρωπος χάνεται, εἶναι δαιμονική ἐμπειρία καί μπερδεύεται μέσα σέ φαντασίες καί σέ δαιμονικά σχήματα.
Ἔτσι βλέπουμε τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ -καί τούς ἡσυχαστές πού ἀναπτύσσουν ὅλα αὐτά τά θέματα- νά κατηγορεῖ τίς ἐκστατικές ἐμπειρίες τῶν Πλατωνικῶν ὡς δαιμονικές. Σήμερα, ἐπειδή αὐτή ἡ ὁρολογία, ἡ λέξις «δαιμονικές», δέν χτυπάει σέ μερικούς καλά στ’ αὐτιά τους -κάνει καί χιοῦμορ- μποροῦν νά τήν ἀντικαταστήσουν μέ τήν λέξη παραισθητικές ἤ παραψυχολογικές.
Ἴσως ἔχετε ἀκούσει γιά παραψυχολογία. Προσέξτε. Δέν εἶναι ἐπιστήμη, εἶναι δαιμονική πρακτική. Ἀλλά ὁ διάβολος ἔχει βρεῖ καί εὔηχα ὀνόματα καί μπερδεύει ἀκόμη περισσότερο τούς ἀνθρώπους. Μέχρι καί τήν ἐπιστήμη μπερδεύουν καί τήν ἀτομική πυρηνική φυσική οἱ ἀνατολικοί γκουροῦδες γιά νά ὑποστηρίξουν τίς πλάνες τους. Ὁ διάβολος χρησιμοποιεῖ πολλά τέτοια τρίκ καί λέξεις καί ὅρους κτλ γιά νά μπερδεύει τούς ἀνθρώπους καί συνεχῶς ἀλλάζει ὀνόματα. Εἶναι χαρακτηριστικό αὐτό, ὅπως καί στά ὄνειρα. Ὅταν ἕνα ὄνειρο ἀλλάζει συνεχῶς, νά ξέρετε εἶναι δαιμονικό. Ὁ διάβολος συνέχεια μετασχηματίζεται, μεταλλάσσεται ἀκόμη καί σέ ἄγγελο φωτός.
Ἔτσι λοιπόν, ἄν δέν σ’ ἀρέσει αὐτός ὁ ὅρος δαιμονικές, πές παραισθητικές ἤ παραψυχολογικές ἐμπειρίες, σύμφωνα μέ τήν σημερινή ὁρολογία τῆς Ψυχιατρικῆς ἤ τῆς Παραψυχολογίας, διότι εἶναι πράγματι παραισθήσεις αὐτά τά πράγματα, πού παθαίνουν ὅσοι ἐπιζητοῦν τήν ἔκσταση. Γιά τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὅμως ὅλα αὐτά εἶναι καθαρά δαιμονικά φαινόμενα.
Τά εἴπαμε ὅλα αὐτά, ἄν καί εἶναι κουραστικά, γιατί εἶναι πάνω ἀπό μᾶς, γιατί χρειάζεται νά γνωρίζουμε κάποια πράγματα ὥστε νά μήν ἔχουμε σύγχυση καί ἄγνοια. Νά ξέρετε ὅτι γιά τόν Χριστιανό ἡ ἄγνοια δέν εἶναι καλό πράγμα. Εἶναι κορυφαῖο πάθος μαζί μέ τήν ραθυμία καί τήν λήθη. Δέν πρέπει νά ἀγνοοῦμε. Ἄγνοια οὐσιαστικά σημαίνει ἔλλειψη ἐμπειρίας. Λοιπόν πρέπει νά τά γνωρίζουμε τουλάχιστον ὡς γνώσεις, ἀλλά καί νά μποῦμε στή διαδικασία νά τά φθάσουμε, γιατί γιά μᾶς τά ἔδωσε ὁ Θεός. Ἐπίσης πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι δέν εἶναι δύσκολο νά τά φθάσουμε γιατί ἔχουμε μέσα μας τό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν Θεία Χάρη, τήν θέωση. Τήν ἔχουμε πάθει τήν θέωση ὅταν βαπτιστήκαμε καί χριστήκαμε. Δέν εἶναι νά κατακτήσουμε κάτι πού εἶναι ἔξω ἀπό ἐμᾶς. Εἶναι ἁπλῶς νά ἀποκαλύψουμε καί νά φανερώσουμε αὐτό πού μᾶς δώρισε ὁ Θεός.
Θά πεῖ κανείς ‘’γιατί δέν τό δείχνουμε, δέν τό ζοῦμε, δέν τό φανερώνουμε αὐτό πού τό βιώνουν οἱ Ἅγιοι καί αὐτό πού διαβάζουμε;’’. Διότι ἀκριβῶς δέν ἔχουμε μετανοήσει πραγματικά. ‘’Πῶς δέν ἔχω μετανοήσει’’, θά πεῖ, ‘’τόσες φορές ἐξομολογήθηκα’’! Μπορεῖ νά ἐξομολογήθηκες, μετάνοια ὅμως ἔχεις; Δηλαδή διόρθωσες τή ζωή σου; Αὐτό σημαίνει μετάνοια. Μετακίνησες τόν νοῦ σου στόν Θεό μέ τή συνεχή προσευχή πού μᾶς δίδαξε ὁ Χριστός μας; Τί σημαίνει μετάνοια; Μετά + νοῦς. Μετακινῶ τόν νοῦ μου ἀπό τά μάταια, τά γήινα καί τά προσωρινά, στά αἰώνια, στόν Θεό, μέ τήν ἀδιάλειπτη συνεχή προσευχή, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μέθοδος -ἄν θέλετε- γιά τήν κάθαρση.
Πῶς θά καθαρισθεῖ ὁ νοῦς, ὥστε νά μπορέσει νά φωτισθεῖ καί νά θεωθεῖ, ἄν εἶναι γεμάτος μέ ἕνα σωρό σκέψεις καί νοήματα καί λογισμούς, παρά μέ τήν προσευχή; Ἡ προσευχή ἑλκύει τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία Χάρις καθαρίζει τήν καρδιά καί τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου.
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Ἐρ.: Ἡ ψυχή εἴπατε γιά νά ἐκφραστεῖ ἔχει ἀνάγκη τό σῶμα. Θἀ μποροῦσε τό σῶμα νά γίνει ἐμπόδιο, ὅπως γιά τήν ἐντολή «Οὐ μοιχεύσεις», ἤ «Οὐ φονεύσεις» κ.λ.π.;
Ἀπ.: Τό σῶμα καθεαυτό ὄχι. Ἀλλά τό φιλοσώματο φρόνημα. Δηλαδή τό νά γίνει ἡ ψυχή σαρκική. Αὐτό πού λέει πάλι στή Γραφή: «διά τό εἶναι αὐτούς σάρκας» (Γεν. 6,3) ὁ Θεός ἔκανε τόν κατακλυσμό. Γιατί, λέει, ἔγιναν οἱ ἄνθρωποι σάρκες. Τί σημαίνει; Ὅτι καί ἡ ψυχή τους ἔγινε σάρκα, σαρκική. Δηλαδή ὑποδουλώθηκε στά σωματικά πάθη, στίς σωματικές ἁμαρτίες. Μ’ αὐτή τήν ἔννοια μπορεῖ νά ἐμποδίσει τό σῶμα, μέ μία εὐρεία διατύπωση. Ἀλλά ἐννοοῦμε τό σωματικό, τό φιλοσώματο φρόνημα. Αὐτό εἶναι πού γίνεται ἐμπόδιο. Ἐνῶ τό σῶμα τό καημένο δέν φταίει. Βλέπεις, φεύγει ἡ ψυχή, τό σῶμα πέφτει κάτω σάν ἄδειο τσουβάλι. Ἡ ψυχή εἶναι πού δίνει ζωή, κίνηση καί τά πάντα στό σῶμα. Τό σῶμα μας εἴπαμε εἶναι ὁ φίλος μας γιατί μ’ αὐτό ἐκφράζουμε τή μετάνοιά μας καί μ’ αὐτή τήν ἔννοια ἡ ψυχή χρειάζεται τό σῶμα.
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό συναμφότερον, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, εἶναι ψυχή καί σῶμα. Σκέτη ἡ ψυχή δέν εἶναι ἄνθρωπος, οὔτε σκέτο τό σῶμα εἶναι ἄνθρωπος. Εἶναι τό συναμφότερον, ψυχή καί σῶμα. Καί ὁ τέλειος ἄνθρωπος, ὅπως πλάστηκε ἀπό τόν Θεό, εἶναι καί ἕνα ἀκόμα στοιχεῖο, τό Ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι ψυχή, σῶμα καί Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅταν ὁ Θεός ἔπλασε τόν Ἀδάμ λέει «καί ἐνεφύσησεν καί ἐγένετο εἰς ψυχήν ζῶσαν» (Γεν. 2,8). Μερικοί το παρεξηγοῦν ὅτι τό φύσημα αὐτό τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ψυχή. Ὄχι, δέν εἶναι ἡ ψυχή. Εἶχε ψυχή ὁ Ἀδάμ. Τό φύσημα αὐτό πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἡ ἄκτιστη Θεία Χάρη, τήν ὁποία ἔχασαν ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ὅταν ἔκαναν τήν παρακοή. Μᾶς τήν ξαναδίνει αὐτή τήν Χάρη ἡ Ἐκκλησία μέ τό Βάπτισμα καί τό Χρίσμα. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλοδωρεά τοῦ Θεοῦ. Ἐνῶ θά μποροῦσε νά μᾶς ἀφήσει στήν ἀνταρσία πού ἐπιλέξαμε μόνοι μας. Ὅμως δέν μᾶς ἐγκατέλειψε. Ἔστειλε Προφῆτες, Ἀγγέλους κ.λ.π. καί στό τέλος ἦρθε ὁ Ἴδιος καί σταυρώθηκε γιά χάρη μας γιά νά μᾶς ξαναδώσει αὐτή τή δυνατότητα τῆς θεώσεως γιατί χωρίς τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν μπορεῖς νά θεωθεῖς, νά ἑνωθεῖς μέ τόν Θεό.
Τήν γεφύρωση κτιστοῦ - ἀκτίστου, ἀνθρώπου - Θεοῦ τήν κάνει ὁ Θεός. Δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά πάει στόν Θεό. Χρειάζεται ὁ Θεός νά ἔρθει καί νά ἑνωθεῖ μέ τόν ἄνθρωπο καί τό ἔκανε στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Ὁπότε ἐμεῖς παίρνοντας τόν Χριστό, παίρνουμε τήν γέφυρα γιά τόν Θεό. Γι’ αὐτό εἶναι ἀδύνατον χωρίς τόν Χριστό νά φτάσεις στόν Θεό-Πατέρα. Ἀδύνατο. Γι’ αὐτό ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι πλάνες, γιατί ἀρνοῦνται τόν Χριστό. Καί οἱ Μουσουλμάνοι τόν ἀρνοῦνται καί οἱ Ἑβραῖοι περιμένουν ἀκόμα τόν Μεσσία πού θά ἔρθει... γιά τόν Χριστό δέν ξέρουν ποιός εἶναι! Καί μετά ἔρχονται οἱ Οἰκουμενιστές καί λένε ‘’ὅλοι θά σωθοῦνε, ὅλες οἱ θρησκεῖες τό ἴδιο εἶναι’’. Δέν εἶναι καθόλου τό ἴδιο. Εἶναι δαιμονικές κατασκευές ὅλα αὐτά καί δέν σέ πᾶνε στόν Θεό γιατί ἁπλούστατα ἀρνοῦνται τόν δρόμο. Ὁ δρόμος, ἡ ὁδός εἶναι ὁ Χριστός. Αὐτά τά πράγματα εἶναι τελείως ξεκάθαρα.
Ὁπότε τό σῶμα καθεαυτό δέν εἶναι ἐμπόδιο, εἶναι βοηθητικό γιατί ἐκφράζεται μέσω τοῦ σώματος ἡ ψυχή, ἀλλά μπορεῖ νά γίνει ἐμπόδιο ὅταν ἡ ψυχή ὑποταχθεῖ στό σῶμα. Ἀντί ἡ ψυχή νά κυβερνάει τό σῶμα, κυβερνιέται ἀπό τό σῶμα. Τό σῶμα εἶναι τό ἄλογο. Στή φυσιολογική κατάσταση ὁ ἀναβάτης κυβερνάει τό ἄλογο. Ἀλλά ἅμα χαλάσει ἡ σχέση, γίνεται καί τό ἀνάποδο καί τό ἄλογο μετά γκρεμίζει τόν ἀναβάτη, ὅταν δέν χαλιναγωγεῖται. Ὁ λόγος πού χρησιμοποιοῦμε καί τή νηστεία εἶναι γιατί μέ τή νηστεία ταπεινώνονται τά σωματικά πάθη, τά ὁποῖα πάλι βέβαια εἶναι στήν ψυχή, ἀλλά παίρνουν ἀφορμή ἀπό τό σῶμα καί ξεσηκώνονται. Ὁπότε ὁ σκοπός μας δέν εἶναι νά καταστρέψουμε τό σῶμα μας, ἀλλά νά καταστρέψουμε τά πάθη. Δέν εἴμαστε σωματοκτόνοι, ἀλλά παθοκτόνοι.
Ἐρ.: Κάποιες διευκρινιστικές ἀπαντήσεις σχετικά μέ τή διαφορά ἔκστασης – θέωσης εἶναι ὅτι στήν κατάσταση τῆς ἔκστασης δέν θυμᾶται τί συνέβη..
Ἀπ.: Ναί, ἔχει παραισθήσεις. Ἐνῶ στήν κατάσταση τῆς θέωσης ἔχει πλήρη συνείδηση τοῦ τί γίνεται.
Ἐρ.: Μία ἄλλη διαφορά εἶναι, ἄν κατάλαβα καλά, ὅτι γιά νά φτάσει κάποιος στήν κατάσταση τῆς ἔκστασης πρέπει νά τό ἐπιδιώξει, δηλαδή νά κάνει κάποιες τεχνικές.
Ἀπ.: Τεχνικές καί οὐσιαστικά εἶναι δαιμονικές ἐπιρροές. Κάνει ἁμαρτία δηλαδή καί ἔχει ἀνοίξει πόρτα στόν διάβολο.
Ἐρ.: Ἐνῶ στή θέωση, εἴπατε, εἶναι ἀποκάλυψη. Ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός χωρίς νά τό ἐπιδιώξει.
Ἀπ.: Ναί, τήν θέωση δέν τήν προκαλεῖ ὁ ἄνθρωπος. Τήν δίνει ὁ Θεός σ’ αὐτούς πού θέλει. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά κάνει προσευχή. Κάνει τήν νοερά προσευχή, καθαρίζεται καί φτάνει μέχρι τόν φωτισμό. Θά τά ποῦμε καί ἀργότερα αὐτά. Ἀλλά τήν θέωση, τήν δίνει ὁ Θεός. Μπορεῖ νά εἶσαι στόν φωτισμό καί νά μή σοῦ δώσει ποτέ τήν θέωση γιατί βλέπει ὅτι ἄν στή δώσει θά πάθεις ζημιά. Μπορεῖ νά πέσεις λ.χ. σέ ὑπερηφάνεια καί καταστράφηκες πνευματικά.
Ἐρ.: Μᾶς εἴπατε ἕνα παράδειγμα θεώσεως μ’ ἕναν ἱερέα κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, δηλαδή αὐτή ἡ κατάσταση θέωσης μπορεῖ νά συμβεῖ ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι σέ τυπική στάση προσευχῆς;
Ἀπ.: Συνήθως τότε γίνεται. Βλέπετε καί στό Θαβώρ τήν ὥρα τῆς προσευχῆς ἔγινε ἡ Μεταμόρφωση. Τό λέει σαφῶς τό κείμενο, ὅτι τήν ὥρα πού προσηύχοντο ἔγινε ἡ Μεταμόρφωση. Τότε εἶναι θά λέγαμε δεκτική ἡ ψυχή.
Ἐρ.: Κάποιες φορές σέ κάποιους ἀνθρώπους καί σέ μᾶς τούς ἴδιους τό παρατηροῦμε ὅτι ἀλλάζει ὅλη ἡ ἔκφραση, ἀφοῦ εἴπαμε ὅτι ἡ ψυχή ἐκφράζεται μέ τό σῶμα. Μπορεῖτε νά μᾶς πεῖτε γιατί σέ κάποιους ἀνθρώπους δέν φαίνεται τόσο πολύ, ἐνῶ ὑπάρχουν τά πάθη;
Ἀπ.: Εἶναι καλοί ὑποκριτές! Ἐδῶ βλέπουμε οἱ ἠθοποιοί παίζουν ὅλους τούς ρόλους: τή μιά στιγμή κλαῖνε, τήν ἄλλη γελᾶνε, τήν ἄλλη ἐνθουσιάζονται, τήν ἄλλη καταθλίβονται... Ὑπάρχει ὑποκρισία στόν ἄνθρωπο, μεγάλη ὑποκρισία... Ἅμα θέλει κρύβεται καί φαίνεται ἀπαθής ἐνῶ εἶναι γεμάτος πάθη. Ἐμεῖς τόν βλέπουμε πολύ ἤρεμο καί εἶναι ὁ πλέον ἐμπαθής. Ἤ εἶναι τάχατες πρᾶος, ἐνῶ εἶναι ὑπερβολικά ὑπερήφανος καί καταφρονεῖ τούς ἄλλους καί οἱ ἔξω τόν θαυμάζουν γιά τήν ἀταραξία του καί τήν μεγάλη του ἀρετή. Ὅπως λέει στόν ἀββᾶ Δωρόθεο: «ἀδελφέ σέ θαυμάζω πῶς τό καταφέρνεις;» καί ἀπαντάει ἐκεῖνος: «τί ἐγώ θά ἀσχολοῦμαι μ’ αὐτά τά σκυλιά!», δηλαδή ἀπό περιφρόνηση λόγω τῆς μεγάλης ὑπερηφάνειας πού εἶχε ἔμενε ἤρεμος. Δέν τό ἔκανε ἀπό πραότητα καί ἀπό ἀρετή.
Ἐρ.: Θά μπορούσαμε νά πολεμήσουμε κάπως τά πάθη, μέ τά δῶρα τοῦ Θεοῦ;
Ἀπ.: Πρέπει νά παρακολουθοῦμε τόν ἑαυτό μας. Κατ’ ἐξοχήν τά πάθη τά παρακολουθοῦμε μέ τούς λογισμούς. Ἀνάλογα μέ τούς λογισμούς μας καταλαβαίνουμε ποιά πάθη ἔχουμε. Μιά ἄλλη ἐπίσης μέθοδος εἶναι μέ τά ὄνειρα. Συνήθως αὐτοί πού ἔχουν κάποια πάθη, φαίνεται καί στά ὄνειρα. Γιά παράδειγμα, ἕνας πού εἶναι γαστρίμαργος, καρβέλια ὀνειρεύεται! καί φαγητά κ.λ.π. Κυρίως ὅμως ἀπό τούς λογισμούς. Γι’ αὐτό οἱ Πατέρες μᾶς παροτρύνουν νά παρακολουθοῦμε τούς λογισμούς μας. Στά μοναστήρια γίνεται συστηματική ἐξαγόρευση τῶν λογισμῶν καί ἔτσι φανερώνει ὁ κάθε μοναχός τόν ἑαυτό του. Βέβαια δέν ἀρκεῖ μόνο νά παρακολουθοῦμε τούς λογισμούς καί νά τούς ἀνακοινώνουμε στή συνέχεια στόν Πνευματικό -π.χ. ἔχω λογισμούς ἐναντίον σου, θέλω νά σέ σκοτώσω- τό θέμα εἶναι καί νά μετανοήσεις. Γιατί πολλοί πᾶνε στόν Πνευματικό γιά νά ἐκδικηθοῦν τόν Πνευματικό. Τούς βάζει ὁ διάβολος καί βγάζουν τά ἀπωθημένα τους. Αὐτό δέν εἶναι μετάνοια, οὔτε ἐξομολόγηση. Αὐτό εἶναι ἐκδίκηση πού γίνεται μέ τήν ὑποβολή τοῦ σατανᾶ. Φοβερό πράγμα! Μετάνοια σημαίνει ὅτι ναί μέν τά εἶδα, ἀλλά μετανοῶ κιόλας, τά παίρνω πίσω, τά πολεμάω, τά ἀποδοκιμάζω, ὄχι ἁπλῶς ἀνακοινώνω τήν κατάστασή μου. Τό βασικό εἶναι νά ἀλλάξουμε, νά μετανοήσουμε, νά μισήσουμε τά πάθη μας, ἀλλιῶς δέν φεύγουν.
Βέβαια μερικοί δέν πιάνουν κἄν τούς λογισμούς καί φτάνουν στή σωματική ἔκφραση. Καί λέει κανείς: «Μοῦ βγῆκε αὐθόρμητα καί τόν ἔβρισα». Ἀπό κεῖ μποροῦμε νά καταλάβουμε ὅτι ἡ κατάστασή μας εἶναι πολύ βαριά. Ἐν ριπῆ ὀφθαλμοῦ φτάνεις στή σωματική ἔκφραση τοῦ πάθους, ὁπότε βγάζεις διάγνωση ἀπό τό γεγονός αὐτό.
Ἐρ.: Στή θέωση πού ἀναφέρατε τοῦ Μωυσέως ὅπου ἀναστέλλονται ὅλες οἱ φυσικές λειτουργίες, ἔχει σχέση μέ τό μετά θάνατον πού δέν θά ὑπάρχει καμιά φυσική ἀνάγκη, ἐπιθυμία...
Ἀπ.: Ὁπωσδήποτε μετά θάνατον δέν θά ἔχουμε σῶμα κατ’ ἀρχήν, θά εἶναι μόνο ἡ ψυχή μας. Μέχρι πού νά ξαναπάρουμε τό σῶμα μας πνευματικό πλέον, ὅπως ἦταν τό σῶμα τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάσταση πού δέν εἶχε πλέον ἀνάγκη νά φάει. Μποροῦσε βέβαια νά φάει καί ἔφαγε, γιά νά ἀποδείξει ὅτι ἔχει σῶμα. Ὅμως τό σῶμα Τοῦ δέν εἶχε πλέον ἀνάγκη τροφῆς. Τέτοιο σῶμα θά ἔχουμε κι ἐμεῖς μετά τή Δευτέρα Παρουσία. Μέχρι τήν Δευτέρα Παρουσία θά εἴμαστε μόνο ψυχή.
Ἐρ.: Εἴπατε πάτερ ὅτι στήν ἔκσταση δέν βγαίνουν ἐκτός σώματος...
Ἀπ.: Αὐτοί λένε ὅτι βγαίνουν ἐκτός σώματος, ἀλλά οὐσιαστικά εἶναι μιά παραίσθηση. Αὐτοί τό ὀνομάζουν ἀστρικό ταξίδι, ἐξωσωμάτωση, ἀστρική προβολή, διάφορα τέτοια, ἀλλά στήν πραγματικότητα εἶναι δαιμονική ἐμπειρία, δαιμονική ἐνέργεια καί τούς κάνει ὁ διάβολος νά νομίζουν ὅτι βγαίνουν ἀπό τό σῶμα. Δέν συμβαίνει αὐτό, γιατί ἄν βγεῖ ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα, ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει.
Ἐρ.: Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅμως λέει ὅτι ὅταν ἀνέβηκε στόν τρίτο οὐρανό ἤμουν «ἐκτός σώματος δέν ξέρω».
Ἀπ.: «Εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτός τοῦ σώματος δέν ξέρω» (Β΄Κορ. 12,2). Ἐκεῖ ἦταν ἐμπειρία θεώσεως. Δέν μποροῦσε νά πεῖ, δέν μποροῦσε νά τό περιγράψει μέ ποιόν τρόπο πῆγε.

Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης


ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ LORD JESUS CHRIST 3. ΑΡΧ. ΣΑΒΒΑΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

«Θεία Ψυχανάλυση». Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κανὼν Ἱκετήριος εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν

Ὁ Μέγας Παρακλητικὸς Κανὼν τῆς Παναγίας

Παρακλητικός Κανών Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

Παρακλητικός Κανών Οσίου Αρσενίου - Βατοπαίδι Χαλκιδικής