Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

Ὁ γέρων Εὐθύμιος τῆς Καψάλας γράφει γιά τήν ἁγία μορφή τοῦ γέροντα Εὐσεβίου Γιαννακάκη

Ό ιερεύς π. Παναγιώτης Τ„ ό όποιος διετέλεσε και καθηγητής στην Άθωνιάδα Σχολή, σε ομιλία του στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Άγιου Ιωάννου του Θεολόγου, είχε πει μεταξύ άλλων:
«... Γνωρίζω πολλούς Άγιορείτας, φτασμένους στην αρετή ανθρώπους, πού το όνομα και μόνο του Γέροντα ακούνε, και κάνουν το σταυρό τους. Μιλούν με τά καλύτερα λόγια γι’ αυτόν και τον έχουν άγιο.
»Θα αναφέρω δύο περιστατικά, άγνωστα στους πολλούς, τά οποία γνωρίζω ο ίδιος από πρώτο χέρι: Κάποιος συμφοιτητής μου ήθελε να γίνει μοναχός. Εσκέπτετο να μεταβεί στο Άγιο Όρος... Τούς χρόνους των σπουδών του, ιδίως τούς δύο τελευταίους, είχε αυτόν τον προβληματισμό μέσα του. Ένα απόγευμα το εκμυστηρεύθηκε στον π. Ευσέβιο, αν και δεν ήταν πνευματικό του τέκνο, και εκείνος παραδόξως τον απέτρεψε. Του είπε: “Δεν κάνεις, παιδί μου, για μοναχός”.
»Το αψήφησε• δεν το έλαβε υπόψη του. Πήγε στη Μονή ... (μεγάλη κοινοβιακή Μονή του Άγιου Όρους), έβαλε μετάνοια στο Γέροντα και παρέμεινε δόκιμος. Κάτι δεν πήγαινε καλά, και αυτό ήταν η αιτία να μην προχωρήσει ο Γέροντας στην κουρά του. Ένα καλοκαίρι πού έτυχε να είμαι κι εγώ στη Μονή, ο δόκιμος ανέφερε στον Ηγούμενο αυτό πού του είχε πει ο π. Ευσέβιος.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/2015/11/blog-post_906.html

ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΟΤΟΒΙΛΩΦ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ. ΠΩΣ ΒΙΩΣΑ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΑΥΤΗ. «Αὐτά πού ἔτρωγα καί ἔπινα χάνονταν μέσα μου σάν μέσα στήν ἄβυσσο καί αἰσθανόμουν νηστικός».

 
«Αυτά πού έτρωγα και έπινα χάνονταν μέσα μου σαν μέσα στην άβυσσο και αισθανόμουν νηστικός».
Δεν υπάρχουν λέξεις να περιγράψω και δεν μπορεί να φανταστεί ο νους του ανθρώπου τα βάσανα που υπέφερα, πού ήταν σαν τα αιώνια βάσανα. Αυτά κράτησαν τρεις μέρες και τρεις νύχτες, και δεν θα τά άντεχα αν δεν μου έδινε δύναμη ο Θεός. Όλα αυτά τα τρία εικοσιτετράωρα δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι. ’Έπρεπε να τρώω και να πίνω λόγω της αδυναμίας της ανθρώπινης φύσης πού δεν μπορεί να ζει χωρίς τροφή και νερό. Όμως αυτά πού έτρωγα και έπινα χάνονταν μέσα μου σαν μέσα στην άβυσσο και αισθανόμουν νηστικός. Και όλο αυτό τον καιρό κάποιος αόρατος αλλά καλός και πολύ συμπαθητικός μου μιλούσε με τρυφερή και ήρεμη φωνή. 
http://hristospanagia3.blogspot.gr/2015/11/blog-post_958.html

Ψαλμός 14 – Πῶς πρέπει νά ἐμφανίζεται στόν Ναό ὁ πιστός (Μητροπολίτου Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμία)

          ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
   ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ-ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΙΣ
Δημητσάνα - Μεγαλόπολη, Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015
 
Ψαλμός 14
ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΝΑΟ Ο ΠΙΣΤΟΣ
 
1. Στήν ἑρμηνεία τοῦ ἱεροῦ Ψαλτηρίου πού κάνουμε, ἀδελφοί μου χριστιανοί, βρισκόμαστε στόν 14ο Ψαλμό, τόν ὁποῖο θά σᾶς ἑρμηνεύσω σήμερα. Παρακαλῶ προσέξτε τήν ἑρμηνεία του.
Ὑπῆρχε παλαιά συνήθεια ὁ ἱερεύς, στεκόμενος μπροστά στίς πύλες τοῦ ἱεροῦ Ναοῦ, νά ἐρωτᾶ τούς ἐρχομένους πιστούς, ἄν εἶναι καλά προετοιμασμένοι, γιά τήν προσευχή καί τήν θυσία πού θά προσφέρουν στόν Ναό (βλ. Α´ Βασ. 21,1. Ἀγγ. 2,11. Ζαχ. 7,1). Στόν Ψαλμό μας ὅμως ἐδῶ, ἀντίθετα πρός τήν πρώτη παλαιά συνήθεια, ὁ πιστός ἐρωτᾶ τόν ἱερέα καί ὄχι ὁ ἱερέας τόν πιστό, πῶς πρέπει νά εἶναι, γιά νά παρασταθεῖ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου στόν Ναό κατά τήν θεία λατρεία (στίχ. 1). Ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμη ὁ ἱερός Ναός ἐθεωρεῖτο ὡς τόπος παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ἁπλᾶ ὡς τόπος συγκεντρώσεως τῶν πιστῶν. Καί ἀφοῦ λοιπόν ὁ Ναός εἶναι τόπος παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὁ πιστός, πού ἐπισκέπτεται τόν Ναό, θεωρεῖται ἐκεῖ φιλοξενούμενος ἀπό τόν Θεό. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Ψαλμός μας ἐδῶ λέγει, «Κύριε τίς “παροικήσει” ἐν τῷ σκηνώματί σου» (στίχ. 1)
http://hristospanagia3.blogspot.gr/2015/11/14_27.html

«Ὁ μοναχός πρέπει νά εἶναι μακρόθυμος πρός ὅσους τοῦ φταῖνε καί νά μήν πηγαίνει στό δικαστήριο ὅσους τόν ἀδικοῦν» μέρος α΄

ΥΠΟΘΕΣΗ ΛΖ΄ (37)
Τοῦ ἀββᾶ Μάρκου

... Ἀπαλλάσεται ἀπό ἁμαρτίες ἐκεῖνος πού ἀδικεῖται ἀπό ἀνθρώπους, καί βρίσκει βοήθεια ἀνάλογη μέ τή θλίψη.
Ὅποιος πιστεύει στόν Χριστό, ὅτι θά ἀνταποδώσει, ὑπομένει κάθε ἀδικία, ἀνάλογα μέ τήν πίστη του.
Αὐτός πού προσεύχεται θερμά γιά ἀνθρώπους πού τόν ἀδικοῦν, συντρίβει τούς δαίμονες· ὅποιος ὅμως ἀντιμάχεται τούς πρώτους, πληγώνεται ἀπό τούς δεύτερους.
Εἶναι καλύτερο νά σοῦ κάνουν κακό ἄνθρωποι παρά δαίμονες· ὡστόσο ἐκεῖνος πού εἶναι εὐάρεστος στόν Θεό νικᾶ στίς δύο περιπτώσεις.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/2015/11/blog-post_757.html

Τά παιδιά μου εἶναι στό Χριστό ;

Ο Χριστός με τα παιδιά5

 Σε κάποιο αρχονταρίκι μιας μονής στο Άγιον Όρος ακολουθεί η παρακάτω συζήτηση

–          Καλησπέρα σας.
–          Καλησπέρα και σε σας.
–          Θα μείνετε μέρες στο μοναστήρι ;
–          Μόνο δύο μέρες.
–          Έχετε παιδιά;
–          Ναι, τρία.
–          Να σας ζήσουν. Στον Χριστό είναι τα παιδιά σας ;
Το κριτήριο είναι ο Χριστός αλλά δεν μας ενδιαφέρει. Μας ενδιαφέρει να είναι «καλά» τα παιδιά μας εξωτερικά˙ σπουδές, γάμοι, καλοπέραση, χρήμα, να κυλάει καλά η επίγεια ζωούλα μας. Για τη σωτηρία ούτε λόγος. Δεν με ενδιαφέρει αν τα παιδιά μου είναι στον Χριστό, με απασχολεί απλά να συμπληρώσουν τα κουτάκια της ζωής, αυτά για τα οποία παλεύει ο κόσμος. Δηλαδή : Να μεγαλώσεις, να σπουδάσεις, να βρεις δουλειά, να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά και στο τέλος να δεις εγγόνια και να τα χαρείς. Αν συμπληρώσεις αυτά τα κουτάκια πέτυχες! Αυτές οι καταστάσεις όμως δεν σώζουν από μόνες τους , δηλαδή δεν αρκεί απλά να κάνω έναν γάμο αλλά το που θα πάω τον γάμο. Στον αγιασμό ή στον γκρεμό; 

Ἀνοχή, ἀγάπη καί ἀδιαφορία-Α'

 Νικηφόρου Θεοτόκη, Ἀρχιεπισκόπου Ἀστραχὰν καὶ Σταυρουπόλεως
ἀπόσπασμα ὁμιλίας
στὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα τῆς εἰκοστῆς πέμπτης Κυριακῆς (Ἐφεσ. δ´ 1-7)
Α´
Ἠλ. στοιχειοθ. «ΧΡΙΣΤ. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ»

.              […] Ἀκούσατε ὅμως, ἀδελφοί, πρᾶγμα παράδοξον καὶ ἀξιοσημείωτον· αἱ κακίαι κατοικοῦσι πολλὰ πλησίον, καὶ εἰς αὐτὰ τὰ πρόθυρα, ἵν’ οὕτως εἴπω, τῶν ἀρετῶν· ἔχει δὲ πᾶσα ἀρετὴ ἴδια ὁροθέσια· ὅθεν, ὅταν αὐτὰ ὑπερβῇς, πίπτεις εἰς τὴν κακίαν τὴν πλησίον τῆς ὑπὸ σοῦ κατορθουμένης ἀρετῆς· παραδείγματος χάριν, ὅταν μετὰ ὑπερβολικῆς αὐστηρότητος λεπτολογῇς τὴν δικαιοσύνην, εὔκολα πίπτεις εἰς τῆς ἀσπλαγχνίας τὸν βόθρον· διὰ τοῦτο δὲ εἶπεν ὁ Ἐκκλησιαστής· «Μὴ γίνου δίκαιος πολύ». Ὅταν δὲ ὑπερβαίνῃς τοὺς ὅρους τῆς εὐσπλαγχνίας, εὔκολα κρημνίζεσαι εἰς τῆς ἀδικοκρισίας τὸ βάραθρον· διὰ τοῦτο δὲ ὁ προφητάναξ συνάπτων τὴν δικαιοσύνην μετὰ τοῦ ἐλέους, ἔψαλλεν· «Ἔλεος καὶ κρίσιν ἄσομαί σοι, Κύριε». Τοῦτο συμβαίνει, φεῦ τῆς δυστυχίας, καὶ εἰς τὴν μεγάλην ἀρετὴν τῆς ἀνοχῆς· αὐτὴ ἔχει ὅρια· ὅθεν, ὅταν ὑπερπηδήσωμεν αὐτά, καταποντιζόμεθα εἰς τὴν ἄβυσσον τοῦ ὀλεθρίου τῆς ἀδιαφορίας ἁμαρτήματος.

http://hristospanagia3.blogspot.gr/2015/11/blog-post_780.html

Ἡ σιωπή σου νά εἶναι μυστική, στήν καρδιά σου..

«Η σιωπή σου να είναι μυστική, στην καρδιά σου. Εξωτερικά να μην φαίνεται ότι σιωπάς και το αντιλαμβάνονται οι άλλοι. Ευθύς ως ειπείς δύο τρία λόγια, συνεχίζεις μέσα σου μυστικά να στέλνεις προσευχή για όλους στον Κύριο.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/2015/11/blog-post_553.html

27 Νοεμβρίου Συναξαριστής. Ἰακώβου Πέρση, Πινουφρίου Ὁσίου, Ναθαναὴλ Ὁσίου, Μωυσῆ Ὁσίου, Ἰακώβου Θαυματουργοῦ.

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Πέρσης

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, ἔζησε τὸν 4ο μ.Χ. αἰ. ἐπὶ βασιλέως Ἀρκαδίου. Ζοῦσε στὴν Βηθλαδὰ τῆς Περσίας καὶ καταγόταν ἀπὸ ἐπίσημο γένος. Ἦταν φίλος μὲ τὸν βασιλιὰ τῶν Περσῶν, Ἰσδιγέρδη.
Παρασυρμένος ἀπὸ αὐτὴ τὴ φιλία του, ὁ Ἰάκωβος ἀπαρνήθηκε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Ἰσδιγέρδη, ἄφησε τὸν ἑαυτό του νὰ χαθεῖ μέσα στὴν ψευδαίσθηση τοῦ πλούτου τῶν ἀνακτόρων.
Ὅταν τὸ ἔμαθαν αὐτὸ ἡ μητέρα καὶ ἡ γυναίκα του, οἱ ὁποῖες ἦταν εὐσεβεῖς καὶ πιστὲς χριστιανὲς λυπήθηκαν καὶ ἐξοργίστηκαν. Καὶ οἱ δυὸ λοιπὸν τὸν ἐπιπλήξανε γιὰ τὴ στάση του καὶ τοῦ δήλωσαν ὅτι δὲν ἤθελαν καμία σχέση, μαζί του. Αὐτὸ τὸ μικρὸ πλῆγμα, ἐπανέφερε τὸν Ἰάκωβο στὸν ἴσιο δρόμο. Τὸν ἔκανε νὰ διαπιστώσει τὸ χάσμα τὸ ὁποῖο δημιούργησε.
Ἔτσι ὁ Ἰάκωβος ἀποφάσισε νὰ ἐξαγνίσει τὸ ἀτόπημά του καὶ νὰ ἐπανέλθει στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπόφαση αὐτή, πῆγε στὸν βασιλιὰ καὶ ὁμολόγησε μπροστά του τὴν μία καὶ ἀληθινὴ πίστη στὸν Χριστό.
http://hristospanagia3.blogspot.gr/2015/11/27.html

Ἠχητικό Ἁγιολόγιο 27 Νοεμβρίου

Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική θεραπευτική
Ἀκοῦστε τό βίο τῶν Ἁγίων τῆς Ὀρθοδοξίας
πού ἑορτάζουν σήμερα 27 Νοεμβρίου ἐδῶ
http://www.hristospanagia.gr

Βραδυνή προσευχή-Τό Μικρό Ἀπόδειπνο

Μικρό Απόδειπνο

Τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο τελεῖται πάντα βράδυ πρὶν τὸν ὕπνο καὶ κλείνει μὲ αὐτὸ ἡ περίοδος τῶν καθ’ ἡμέραν ἀκολουθιῶν.
Στὰ μοναστήρια τελεῖται στὸ ναό.
Ἀπὸ τοὺς πιστοὺς τελεῖται κατ’ οἶκον πρὶν τὸν ὕπνο.

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟΥ

Ὁ Ἱ­ε­ρεύς· Εὐ­λο­γη­τὸς ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, πάν­το­τε· νῦν, καὶ ἀ­εί, καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων.
Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης· Ἀ­μήν.
Ὁ Ἱ­ε­ρεύς· Δό­ξα σοι Χρι­στέ, ὁ Θε­ός, ἡ ἐλ­πὶς ἡ­μῶν, δό­ξα σοι.
Βα­σι­λεῦ οὐ­ρά­νι­ε, Πα­ρά­κλη­τε, τὸ Πνεῦ­μα τῆς ἀ­λη­θεί­ας, ὁ παν­τα­χοῦ πα­ρών, καὶ τὰ πάν­τα πλη­ρῶν, ὁ θη­σαυ­ρὸς τῶν ἀ­γα­θῶν, καὶ ζω­ῆς χο­ρη­γός, ἐλ­θὲ καὶ σκή­νω­σον ἐν ἡ­μῖν, καὶ κα­θά­ρι­σον ἡ­μᾶς ἀ­πὸ πά­σης κη­λῖ­δος, καὶ σῶ­σον, Ἀ­γα­θέ, τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν. Ἀ­μήν.
Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης· Ἅ­γι­ος ὁ Θε­ός, Ἅ­γι­ος Ἰ­σχυ­ρός, Ἅ­γι­ος Ἀ­θά­να­τος, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς (ἐκ τρί­του).
Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Πα­να­γί­α Τρι­άς, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς. Κύ­ρι­ε, ἱ­λά­σθη­τι ταῖς ἁ­μαρ­τί­αις ἡ­μῶν. Δέ­σπο­τα, συγ­χώ­ρη­σον τὰς ἀ­νο­μί­ας ἡ­μῖν. Ἅ­γι­ε, ἐ­πί­σκε­ψαι καὶ ἴ­α­σαι τὰς ἀ­σθε­νεί­ας ἡ­μῶν, ἕ­νε­κεν τοῦ ὀ­νό­μα­τός σου.
Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον.
Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Πά­τερ ἡ­μῶν ὁ ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς, ἁ­γι­α­σθή­τω τὸ ὄ­νο­μά σου. Ἐλ­θέ­τω ἡ βα­σι­λεί­α σου. Γε­νη­θή­τω τὸ θέ­λη­μά σου, ὡς ἐν οὐ­ρα­νῷ, καὶ ἐ­πὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρ­τον ἡ­μῶν τὸν ἐ­πι­ού­σι­ον δὸς ἡ­μῖν σή­με­ρον. Καὶ ἄ­φες ἡ­μῖν τὰ ὀ­φει­λή­μα­τα ἡ­μῶν, ὡς καὶ ἡ­μεῖς ἀ­φί­ε­μεν τοῖς ὀ­φει­λέ­ταις ἡ­μῶν. Καὶ μὴ εἰ­σε­νέγ­κῃς ἡ­μᾶς εἰς πει­ρα­σμόν, ἀλ­λὰ ῥῦ­σαι ἡ­μᾶς ἀ­πὸ τοῦ πο­νη­ροῦ.
Ὁ Ἱ­ε­ρεύς· Ὅ­τι σοῦ ἐ­στιν ἡ βα­σι­λεί­α καὶ ἡ δύ­να­μις καὶ ἡ δό­ξα τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων.
Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης· Ἀ­μήν. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον (ιβ´).
Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Δεῦ­τε προ­σκυ­νή­σω­μεν καὶ προ­σπέ­σω­μεν τῷ βα­σι­λεῖ ἡ­μῶν Θε­ῷ. Δεῦ­τε προ­σκυ­νή­σω­μεν καὶ προ­σπέ­σω­μεν Χρι­στῷ τῷ βα­σι­λεῖ ἡ­μῶν Θε­ῷ. Δεῦ­τε προ­σκυ­νή­σω­μεν καὶ προ­σπέ­σω­μεν αὐ­τῷ, Χρι­στῷ τῷ Βα­σι­λεῖ καὶ Θε­ῷ ἡ­μῶν.

Ψαλ­μὸς Ν´ (50).

Ἐ­λέ­η­σόν με, ὁ Θε­ός, κα­τὰ τὸ μέ­γα ἔ­λε­ός σου, καὶ κα­τὰ τὸ πλῆ­θος τῶν οἰ­κτιρ­μῶν σου ἐ­ξά­λει­ψον τὸ ἀ­νό­μη­μά μου. Ἐ­πὶ πλεῖ­ον πλῦ­νον με ἀ­πὸ τῆς ἀ­νο­μί­ας μου, καὶ ἀ­πὸ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας μου κα­θά­ρι­σόν με. Ὅ­τι τὴν ἀ­νο­μί­αν μου ἐ­γὼ γι­νώ­σκω, καὶ ἡ ἁ­μαρ­τί­α μου ἐ­νώ­πι­όν μου ἐ­στὶ δι­ὰ παν­τός. Σοὶ μό­νῳ ἥ­μαρ­τον καὶ τὸ πο­νη­ρὸν ἐ­νώ­πι­όν σου ἐ­ποί­η­σα· ὅ­πως ἂν δι­και­ω­θῇς ἐν τοῖς λό­γοις σου καὶ νι­κή­σῃς ἐν τῷ κρί­νε­σθαί σε. Ἰ­δοὺ γὰρ ἐν ἀ­νο­μί­αις συ­νε­λή­φθην, καὶ ἐν ἁ­μαρ­τί­αις ἐ­κίσ­ση­σέ με ἡ μή­τηρ μου. Ἰ­δοὺ γὰρ ἀ­λή­θει­αν ἠ­γά­πη­σας· τὰ ἄ­δη­λα καὶ τὰ κρύ­φι­α τῆς σο­φί­ας σου ἐ­δή­λω­σάς μοι. Ῥαν­τι­εῖς με ὑσ­σώ­πῳ καὶ κα­θα­ρι­σθή­σο­μαι· πλυ­νεῖς με καὶ ὑ­πὲρ χι­ό­να λευ­καν­θή­σο­μαι. Ἀ­κου­τι­εῖς μοι ἀ­γαλ­λί­α­σιν καὶ εὐ­φρο­σύ­νην· ἀ­γαλ­λι­ά­σον­ται ὀ­στέ­α τε­τα­πει­νω­μέ­να. Ἀ­πό­στρε­ψον τὸ πρό­σω­πόν σου ἀ­πὸ τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μου καὶ πά­σας τὰς ἀ­νο­μί­ας μου ἐ­ξά­λει­ψον. Καρ­δί­αν κα­θα­ρὰν κτί­σον ἐν ἐ­μοὶ ὁ Θε­ός, καὶ πνεῦ­μα εὐ­θὲς ἐγ­καί­νι­σον ἐν τοῖς ἐγ­κά­τοις μου. Μὴ ἀ­πορ­ρί­ψῃς με ἀ­πὸ τοῦ προ­σώ­που σου, καὶ τὸ πνεῦ­μά σου τὸ ἅ­γι­ον μὴ ἀν­τα­νέ­λῃς ἀπ᾿ ἐ­μοῦ. Ἀ­πό­δος μοι τὴν ἀ­γαλ­λί­α­σιν τοῦ σω­τη­ρί­ου σου, καὶ πνεύ­μα­τι ἡ­γε­μο­νι­κῷ στή­ρι­ξόν με. Δι­δά­ξω ἀ­νό­μους τὰς ὁ­δούς σου, καὶ ἀ­σε­βεῖς ἐ­πὶ σὲ ἐ­πι­στρέ­ψου­σι. Ῥῦ­σαί με ἐξ αἱ­μά­των ὁ Θε­ός, ὁ Θε­ὸς τῆς σω­τη­ρί­ας μου· ἀ­γαλ­λι­ά­σε­ται ἡ γλῶσ­σά μου τὴν δι­και­ο­σύ­νην σου. Κύ­ρι­ε, τὰ χεί­λη μου ἀ­νοί­ξεις, καὶ τὸ στό­μα μου ἀ­ναγ­γε­λεῖ τὴν αἴ­νε­σίν σου. Ὅ­τι, εἰ ἠ­θέ­λη­σας θυ­σί­αν, ἔ­δω­κα ἄν· ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τα οὐκ εὐ­δο­κή­σεις. Θυ­σί­α τῷ Θε­ῷ, πνεῦ­μα συν­τε­τριμ­μέ­νον, καρ­δί­αν συν­τε­τριμ­μέ­νην καὶ τε­τα­πει­νω­μέ­νην ὁ Θε­ὸς οὐκ ἐ­ξου­δε­νώ­σει. Ἀ­γά­θυ­νον, Κύ­ρι­ε, ἐν τῇ εὐ­δο­κί­ᾳ σου τὴν Σι­ὼν καὶ οἰ­κο­δο­μη­θή­τω τὰ τεί­χη Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Τό­τε εὐ­δο­κή­σεις θυ­σί­αν δι­και­ο­σύ­νης, ἀ­να­φο­ρὰ καὶ ὁ­λο­καυ­τώ­μα­τα. Τό­τε ἀ­νοί­σου­σιν ἐ­πὶ τὸ θυ­σι­α­στή­ρι­όν σου μό­σχους.

Ψαλ­μὸς ΞΘ´ (69).

Ὁ Θε­ός, εἰς τὴν βο­ή­θει­άν μου πρό­σχες· Κύ­ρι­ε, εἰς τὸ βο­η­θῆ­σαί μοι σπεῦ­σον. Αἰ­σχυν­θή­τω­σαν καὶ ἐν­τρα­πή­τω­σαν οἱ ζη­τοῦν­τες τὴν ψυ­χήν μου. Ἀ­πο­στρα­φή­τω­σαν εἰς τὰ ὀ­πί­σω καὶ κα­ται­σχυν­θή­τω­σαν οἱ βου­λό­με­νοί μοι κα­κά. Ἀ­πο­στρα­φή­τω­σαν πα­ραυ­τί­κα αἰ­σχυ­νό­με­νοι οἱ λέ­γον­τές μοι· εὖ­γε, εὖ­γε. Ἀ­γαλ­λι­ά­σθω­σαν καὶ εὐ­φραν­θή­τω­σαν ἐ­πὶ σοὶ πάν­τες οἱ ζη­τοῦν­τές σε, ὁ Θε­ός. Καὶ λε­γέ­τω­σαν δι­ὰ παν­τός· Με­γα­λυν­θή­τω ὁ Κύ­ρι­ος, οἱ ἀ­γα­πῶν­τες τὸ σω­τή­ρι­όν σου. Ἐ­γὼ δὲ πτω­χός εἰ­μι καὶ πέ­νης· ὁ Θε­ός, βο­ή­θη­σόν μοι. Βο­η­θός μου καὶ ῥύ­στης μου εἶ σύ, Κύ­ρι­ε, μὴ χρο­νί­σῃς.

Ψαλ­μὸς ΡΜΒ´ (142).

Κύ­ρι­ε, εἰ­σά­κου­σον τῆς προ­σευ­χῆς μου, ἐ­νώ­τι­σαι τὴν δέ­η­σίν μου ἐν τῇ ἀ­λη­θεί­ᾳ σου, εἰ­σά­κου­σόν μου ἐν τῇ δι­και­ο­σύ­νῃ σου. Καὶ μὴ εἰ­σέλ­θῃς εἰς κρί­σιν με­τὰ τοῦ δού­λου σου, ὅ­τι οὐ δι­και­ω­θή­σε­ται ἐ­νώ­πι­όν σου πᾶς ζῶν. Ὅ­τι κα­τε­δί­ω­ξεν ὁ ἐ­χθρὸς τὴν ψυ­χήν μου· ἐ­τα­πεί­νω­σεν εἰς γῆν τὴν ζω­ήν μου. Ἐ­κά­θι­σέ με ἐν σκο­τει­νοῖς ὡς νε­κροὺς αἰ­ῶ­νος, καὶ ἠ­κη­δί­α­σεν ἐπ᾿ ἐ­μὲ τὸ πνεῦ­μά μου, ἐν ἐ­μοὶ ἐ­τα­ρά­χθη ἡ καρ­δί­α μου. Ἐ­μνή­σθην ἡ­με­ρῶν ἀρ­χαί­ων, ἐ­με­λέ­τη­σα ἐν πᾶ­σι τοῖς ἔρ­γοις σου, ἐν ποι­ή­μα­σι τῶν χει­ρῶν σου ἐ­με­λέ­των. Δι­ε­πέ­τα­σα πρὸς σὲ τὰς χεῖ­ράς μου· ἡ ψυ­χή μου ὡς γῆ ἄ­νυ­δρός σοι. Τα­χὺ εἰ­σά­κου­σόν μου, Κύ­ρι­ε, ἐ­ξέ­λι­πε τὸ πνεῦ­μά μου. Μὴ ἀ­πο­στρέ­ψῃς τὸ πρό­σω­πόν σου ἀπ᾿ ἐ­μοῦ, καὶ ὁ­μοι­ω­θή­σο­μαι τοῖς κα­τα­βαί­νου­σιν εἰς λάκ­κον. Ἀ­κου­στὸν ποί­η­σόν μοι τὸ πρω­ῒ τὸ ἔ­λε­ός σου, ὅ­τι ἐ­πὶ σοὶ ἤλ­πι­σα. Γνώ­ρι­σόν μοι, Κύ­ρι­ε, ὁ­δὸν ἐν ᾗ πο­ρεύ­σο­μαι, ὅ­τι πρὸς σὲ ἦ­ρα τὴν ψυ­χήν μου. Ἐ­ξε­λοῦ με ἐκ τῶν ἐ­χθρῶν μου· Κύ­ρι­ε, πρὸς σὲ κα­τέ­φυ­γον· δί­δα­ξόν με τοῦ ποι­εῖν τὸ θέ­λη­μά σου, ὅ­τι σὺ εἶ ὁ Θε­ός μου. Τὸ Πνεῦ­μά σου τὸ ἀ­γα­θὸν ὁ­δη­γή­σει με ἐν γῇ εὐ­θεί­ᾳ· ἕ­νε­κεν τοῦ ὀ­νό­μα­τός σου, Κύ­ρι­ε, ζή­σεις με. Ἐν τῇ δι­και­ο­σύ­νῃ σου ἐ­ξά­ξεις ἐκ θλί­ψε­ως τὴν ψυ­χήν μου, καὶ ἐν τῷ ἐ­λέ­ει σου ἐ­ξο­λο­θρεύ­σεις τοὺς ἐ­χθρούς μου. Καὶ ἀ­πο­λεῖς πάν­τας τοὺς θλί­βον­τας τὴν ψυ­χήν μου, ὅ­τι ἐ­γὼ δοῦ­λός σου εἰ­μί.

Δο­ξο­λο­γί­α μι­κρά.

Σοὶ δό­ξα πρέ­πει, Κύ­ρι­ε ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, καὶ σοὶ τὴν δό­ξαν ἀ­να­πέμ­πο­μεν, τῷ Πα­τρὶ καὶ τῷ Υἱ­ῷ καὶ τῷ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν. Δό­ξα ἐν ὑ­ψί­στοις Θε­ῷ, καὶ ἐ­πὶ γῆς εἰ­ρή­νη, ἐν ἀν­θρώ­ποις εὐ­δο­κί­α. Ὑ­μνοῦ­μέν σε, εὐ­λο­γοῦ­μέν σε, προ­σκυ­νοῦ­μέν σε, δο­ξο­λο­γοῦ­μέν σε, εὐ­χα­ρι­στοῦ­μέν σοι δι­ὰ τὴν με­γά­λην σου δό­ξαν. Κύ­ρι­ε βα­σι­λεῦ, ἐ­που­ρά­νι­ε Θε­έ, Πά­τερ παν­το­κρά­τορ· Κύ­ρι­ε Υἱ­ὲ μο­νο­γε­νές, Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, καὶ ἅ­γι­ον Πνεῦ­μα. Κύ­ρι­ε ὁ Θε­ός, ὁ ἀ­μνὸς τοῦ Θε­οῦ, ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Πα­τρός, ὁ αἴ­ρων τὴν ἁ­μαρ­τί­αν τοῦ κό­σμου, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς ὁ αἴ­ρων τὰς ἁ­μαρ­τί­ας τοῦ κό­σμου. Πρόσ­δε­ξαι τὴν δέ­η­σιν ἡ­μῶν, ὁ κα­θή­με­νος ἐν δε­ξι­ᾷ τοῦ Πα­τρός, καὶ ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς. Ὅ­τι σὺ εἶ μό­νος Ἅ­γι­ος, σὺ εἶ μό­νος Κύ­ρι­ος, Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, εἰς δό­ξαν Θε­οῦ Πα­τρός. Ἀ­μήν. Καθ᾿ ἑ­κά­στην ἡ­μέ­ραν εὐ­λο­γή­σω σε, καὶ αἰ­νέ­σω τὸ ὄ­νο­μά σου εἰς τὸν αἰ­ῶ­να καὶ εἰς τὸν αἰ­ῶ­να τοῦ αἰ­ῶ­νος. Κύ­ρι­ε, κα­τα­φυ­γὴ ἐ­γεν­νή­θης ἡ­μῖν ἐν γε­νε­ᾷ καὶ γε­νε­ᾷ. Ἐ­γὼ εἶ­πα· Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σόν με· ἴ­α­σαι τὴν ψυ­χήν μου, ὅ­τι ἥ­μαρ­τόν σοι. Κύ­ρι­ε, πρός σε κα­τέ­φυ­γον, δί­δα­ξόν με τοῦ ποι­εῖν τὸ θέ­λη­μά σου, ὅ­τι σὺ εἶ ὁ Θε­ός μου. Ὅ­τι πα­ρὰ σοί πη­γὴ ζω­ῆς, ἐν τῷ φω­τί σου ὀ­ψό­με­θα φῶς. Πα­ρά­τει­νον τὸ ἔ­λε­ός σου τοῖς γι­νώ­σκου­σί σε. Κα­τα­ξί­ω­σον, Κύ­ρι­ε, ἐν τῇ νυ­κτὶ ταύ­τῃ ἀ­να­μαρ­τή­τους φυ­λα­χθῆ­ναι ἡ­μᾶς. Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Κύ­ρι­ε, ὁ Θε­ὸς τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῶν, καὶ αἰ­νε­τὸν καὶ δε­δο­ξα­σμέ­νον τὸ ὄ­νο­μά σου εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας. Ἀ­μήν. Γέ­νοι­το, Κύ­ρι­ε, τὸ ἔ­λε­ός σου ἐφ᾿ ἡ­μᾶς, κα­θά­περ ἠλ­πί­σα­μεν ἐ­πὶ σέ. Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Κύ­ρι­ε, δί­δα­ξόν με τὰ δι­και­ώ­μα­τά σου. Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Δέ­σπο­τα, συ­νέ­τι­σόν με τὰ δι­και­ώ­μα­τά σου. Εὐ­λο­γη­τὸς εἶ, Ἅ­γι­ε, φώ­τι­σόν με τοῖς δι­και­ώ­μα­σί σου. Κύ­ρι­ε, τὸ ἔ­λε­ός σου εἰς τὸν αἰ­ῶ­να· τὰ ἔρ­γα τῶν χει­ρῶν σου μὴ πα­ρί­δῃς. Σοὶ πρέ­πει αἶ­νος, σοὶ πρέ­πει ὕ­μνος, σοὶ δό­ξα πρέ­πει, τῷ Πα­τρὶ καὶ τῷ Υἱ­ῷ καὶ τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

Τὸ Σύμ­βο­λον τῆς Πί­στε­ως.

Πι­στεύ­ω εἰς ἕ­να Θε­όν, Πα­τέ­ρα, παν­το­κρά­το­ρα, ποι­η­τὴν οὐ­ρα­νοῦ καὶ γῆς, ὁ­ρα­τῶν τε πάν­των καὶ ἀ­ο­ρά­των. Καὶ εἰς ἕ­να Κύ­ρι­ον Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν, τὸν Υἱ­ὸν τοῦ Θε­οῦ τὸν μο­νο­γε­νῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πα­τρὸς γεν­νη­θέν­τα πρὸ πάν­των τῶν αἰ­ώ­νων· φῶς ἐκ φω­τός, Θε­ὸν ἀ­λη­θι­νὸν ἐκ Θε­οῦ ἀ­λη­θι­νοῦ, γεν­νη­θέν­τα οὐ ποι­η­θέν­τα, ὁ­μο­ού­σι­ον τῷ Πα­τρί, δι᾿ οὗ τὰ πάν­τα ἐ­γέ­νε­το. Τὸν δι᾿ ἡ­μᾶς τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ δι­ὰ τὴν ἡ­με­τέ­ραν σω­τη­ρί­αν κα­τελ­θόν­τα ἐκ τῶν οὐ­ρα­νῶν καὶ σαρ­κω­θέν­τα ἐκ Πνεύ­μα­τος ἁ­γί­ου καὶ Μα­ρί­ας τῆς Παρ­θέ­νου καὶ ἐ­ναν­θρω­πή­σαν­τα. Σταυ­ρω­θέν­τα τε ὑ­πὲρ ἡ­μῶν ἐ­πὶ Πον­τί­ου Πι­λά­του καὶ πα­θόν­τα, καὶ τα­φέν­τα. Καὶ ἀ­να­στάν­τα τῇ τρί­τῃ ἡ­μέ­ρᾳ κα­τὰ τὰς Γρα­φάς. Καὶ ἀ­νελ­θόν­τα εἰς τοὺς οὐ­ρα­νοὺς καὶ κα­θε­ζό­με­νον ἐκ δε­ξι­ῶν τοῦ Πα­τρός. Καὶ πά­λιν ἐρ­χό­με­νον με­τὰ δό­ξης κρῖ­ναι ζῶν­τας καὶ νε­κρούς, οὗ τῆς βα­σι­λεί­ας οὐκ ἔ­σται τέ­λος. Καὶ εἰς τὸ Πνεῦ­μα τὸ ἅ­γι­ον, τὸ κύ­ρι­ον, τὸ ζω­ο­ποι­όν, τὸ ἐκ τοῦ Πα­τρὸς ἐκ­πο­ρευ­ό­με­νον, τὸ σὺν Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ συμ­προ­σκυ­νού­με­νον καὶ συν­δο­ξα­ζό­με­νον, τὸ λα­λῆ­σαν δι­ὰ τῶν προ­φη­τῶν. Εἰς μί­αν, ἁ­γί­αν, κα­θο­λι­κὴν καὶ ἀ­πο­στο­λι­κὴν Ἐκ­κλη­σί­αν. Ὁ­μο­λο­γῶ ἓν βά­πτι­σμα εἰς ἄ­φε­σιν ἁ­μαρ­τι­ῶν. Προσ­δο­κῶ ἀ­νά­στα­σιν νε­κρῶν. Καὶ ζω­ὴν τοῦ μέλ­λον­τος αἰ­ῶ­νος. Ἀ­μήν.

Εἰ βού­λει λέ­γε τοὺς Χαι­ρε­τι­σμοὺς
ε
ἰς τὴν Ὑ­πε­ρα­γί­αν Θε­ο­τό­κον.

Ἄ­ξι­όν ἐ­στιν ὡς ἀ­λη­θῶς, μα­κα­ρί­ζειν σε τὴν Θε­ο­τό­κον, τὴν ἀ­ει­μα­κά­ρι­στον καὶ πα­να­μώ­μη­τον, καὶ Μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ ἡ­μῶν. Τὴν τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βείμ, καὶ ἐν­δο­ξο­τέ­ραν ἀ­συγ­κρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ, τὴν ἀ­δι­α­φθό­ρως, Θε­ὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν, τὴν ὄν­τως Θε­ο­τό­κον σὲ με­γα­λύ­νο­μεν.
Με­τὰ δὲ ταῦ­τα· Τρι­σά­γι­ον. Δό­ξα. Καὶ νῦν. Πα­να­γί­α Τρι­άς. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον (γ´). Δό­ξα. Καὶ νῦν. Πά­τερ ἡ­μῶν. Ὅ­τι σοῦ ἐ­στιν.

Εἶ­τα τὸ Κον­τά­κι­ον τῆς ἑ­ορ­τῆς ἢ τῆς ἡ­μέ­ρας, ἢ τὰ πα­ρόν­τα τρο­πά­ρι­α.

Τρο­πά­ρι­ον. Ἦ­χος δ´.

Ὁ Θε­ὸς τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῶν, ὁ ποι­ῶν ἀ­εὶ μεθ᾿ ἡ­μῶν κα­τὰ τὴν σὴν ἐ­πι­εί­κει­αν, μὴ ἀ­πο­στή­σῃς τὸ ἔ­λε­ός σου ἀφ᾿ ἡ­μῶν, ἀλ­λὰ ταῖς αὐ­τῶν ἱ­κε­σί­αις, ἐν εἰ­ρή­νῃ κυ­βέρ­νη­σον τὴν ζω­ὴν ἡ­μῶν.
Τῶν ἐν ὅ­λῳ τῷ κό­σμῳ μαρ­τύ­ρων σου, ὡς πορ­φύ­ραν καὶ βύσ­σον τὰ αἵ­μα­τα, ἡ Ἐκ­κλη­σί­α σου στο­λι­σα­μέ­νη, δι᾿ αὐ­τῶν βο­ᾷ σοι, Χρι­στὲ ὁ Θε­ός, τῷ λα­ῷ σου τοὺς οἰ­κτιρ­μοὺς σου κα­τά­πεμ­ψον, εἰ­ρή­νην τῇ πο­λι­τεί­ᾳ σου δώ­ρη­σαι, καὶ ταῖς ψυ­χαῖς ἡ­μῶν τὸ μέ­γα ἔ­λε­ος.
Δό­ξα.
Με­τὰ τῶν Ἁ­γί­ων ἀ­νά­παυ­σον, Χρι­στέ, τὰς ψυ­χὰς τῶν δού­λων σου, ἔν­θα οὐκ ἔ­στι πό­νος, οὐ λύ­πη, οὐ στε­ναγ­μός, ἀλ­λὰ ζω­ὴ ἀ­τε­λεύ­τη­τος.
Καὶ νῦν.
Τῇ πρε­σβεί­ᾳ Κύ­ρι­ε, πάν­των τῶν Ἁ­γί­ων, καὶ τῆς Θε­ο­τό­κου, τὴν σὴν εἰ­ρή­νην δὸς ἡ­μῖν, καὶ ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς, ὡς μό­νος οἰ­κτίρ­μων.
Εἶ­τα τὸ Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον (μ´), καὶ τὴν εὐ­χὴν ταύ­την.
Ὁ ἐν παν­τὶ και­ρῷ, καὶ πά­σῃ ὥ­ρᾳ, ἐν οὐ­ρα­νῷ καὶ ἐ­πὶ γῆς προ­σκυ­νού­με­νος, καὶ δο­ξα­ζό­με­νος Χρι­στὸς ὁ Θε­ός, ὁ μα­κρό­θυ­μος, ὁ πο­λυ­έ­λε­ος, ὁ πο­λυ­εύ­σπλαγ­χνος, ὁ τοὺς δι­καί­ους ἀ­γα­πῶν καὶ τοὺς ἁ­μαρ­τω­λοὺς ἐ­λε­ῶν, ὁ πάν­τας κα­λῶν πρὸς σω­τη­ρί­αν δι­ὰ τῆς ἐ­παγ­γε­λί­ας τῶν μελ­λόν­των ἀ­γα­θῶν· Αὐ­τός, Κύ­ρι­ε, πρόσ­δε­ξαι καὶ ἡ­μῶν ἐν τῇ ὥ­ρᾳ ταύ­τῃ τὰς ἐν­τεύ­ξεις, καὶ ἴ­θυ­νον τὴν ζω­ὴν ἡ­μῶν πρὸς τὰς ἐν­το­λάς σου· τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν ἁ­γί­α­σον, τὰ σώ­μα­τα ἅ­γνι­σον, τοὺς λο­γι­σμοὺς δι­όρ­θω­σον, τὰς ἐν­νοί­ας κά­θα­ρον, καὶ ῥῦ­σαι ἡ­μᾶς ἀ­πὸ πά­σης θλί­ψε­ως, κα­κῶν καὶ ὀ­δύ­νης. Τεί­χι­σον ἡ­μᾶς ἁ­γί­οις σου Ἀγ­γέ­λοις, ἵ­να, τῇ πα­ρεμ­βο­λῇ αὐ­τῶν φρου­ρού­με­νοι, καὶ ὁ­δη­γού­με­νοι, κα­ταν­τή­σω­μεν εἰς τὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς πί­στε­ως καὶ εἰς τὴν ἐ­πί­γνω­σιν τῆς ἀ­προ­σί­του σου δό­ξης· ὅ­τι εὐ­λο­γη­τὸς εἶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον.
Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Τὴν Τι­μι­ω­τέ­ραν τῶν Χε­ρου­βείμ, καὶ ἐν­δο­ξο­τέ­ραν ἀ­συγ­κρί­τως τῶν Σε­ρα­φείμ, τὴν ἀ­δι­α­φθό­ρως Θε­ὸν Λό­γον τε­κοῦ­σαν, τὴν ὄν­τως Θε­ο­τό­κον, σὲ με­γα­λύ­νο­μεν.
Ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου, εὐ­λό­γη­σον Πά­τερ.
Ὁ Ἱ­ε­ρεύς· Ὁ Θε­ὸς οἰ­κτει­ρῆ­σαι ἡ­μᾶς, καὶ εὐ­λο­γῆ­σαι ἡ­μᾶς, ἐ­πι­φά­ναι τὸ πρό­σω­πον αὐ­τοῦ ἐφ᾿ ἡ­μᾶς, καὶ ἐ­λε­ῆ­σαι ἡ­μᾶς.
Καὶ τὰς ἑ­πο­μέ­νας Εὐ­χάς·
Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης· Ἀ­μήν. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον. Καὶ πρέ­σβευ­ε ὑ­πὲρ ἡ­μῶν Πα­να­γί­α Παρ­θέ­νε.

Εὐ­χὴ εἰς τὴν Ὑ­πε­ρα­γί­αν Θε­ο­τό­κον.
(Ποί­η­μα Παύ­λου Μο­να­χοῦ
Μο­νῆς τῆς Εὐ­ερ­γέ­τι­δος)

Ἄ­σπι­λε, ἀ­μό­λυν­τε, ἄ­φθο­ρε, ἄ­χραν­τε, ἁ­γνὴ Παρ­θέ­νε, Θε­ό­νυμ­φε Δέ­σποι­να, ἡ Θε­ὸν Λό­γον τοῖς ἀν­θρώ­ποις, τῇ πα­ρα­δό­ξῳ σου κυ­ή­σει, ἑ­νώ­σα­σα, καὶ τὴν ἀ­πω­σθεῖ­σαν φύ­σιν τοῦ γέ­νους ἡ­μῶν τοῖς οὐ­ρα­νί­οις συ­νά­ψα­σα, ἡ τῶν ἀ­πηλ­πι­σμέ­νων μό­νη ἐλ­πίς, καὶ τῶν πο­λε­μου­μέ­νων βο­ή­θει­α, ἡ ἑ­τοί­μη ἀν­τί­λη­ψις τῶν εἰς σὲ προ­στρε­χόν­των, καὶ πάν­των τῶν Χρι­στι­α­νῶν τὸ κα­τα­φύ­γι­ον, μὴ βδε­λύ­ξῃ με τὸν ἁ­μαρ­τω­λόν, τὸν ἐ­να­γῆ, τὸν αἰ­σχροῖς λο­γι­σμοῖς καὶ λό­γοις καὶ πρά­ξε­σιν ὅ­λον ἐ­μαυ­τὸν ἀ­χρει­ώ­σαν­τα, καὶ τῇ τῶν ἡ­δο­νῶν τοῦ βί­ου ῥᾳ­θυ­μί­ᾳ γνώ­μης, δοῦ­λον γε­νό­με­νον. Ἀλλ᾿ ὡς τοῦ φι­λαν­θρώ­που Θε­οῦ Μή­τηρ, φι­λαν­θρώ­πως σπλαγ­χνί­σθη­τι ἐπ᾿ ἐ­μοὶ τῷ ἁ­μαρ­τω­λῷ καὶ ἀ­σώ­τῳ, καὶ δέ­ξαι μου τὴν ἐκ ῥυ­πα­ρῶν χει­λέ­ων προ­σφε­ρο­μέ­νην σοι δέ­η­σιν, καὶ τὸν σὸν Υἱ­όν, καὶ ἡ­μῶν Δε­σπό­την καὶ Κύ­ρι­ον, τῇ μη­τρι­κῇ σου παῤ­ῥη­σί­ᾳ χρω­μέ­νη, δυ­σώ­πη­σον, ἵ­να ἀ­νοί­ξῃ κἀ­μοὶ τὰ φι­λάν­θρω­πα σπλάγ­χνα τῆς αὑ­τοῦ ἀ­γα­θό­τη­τος, καί, πα­ρι­δών μου τὰ ἀ­να­ρίθ­μη­τα πταί­σμα­τα, ἐ­πι­στρέ­ψῃ με πρὸς με­τά­νοι­αν, καὶ τῶν αὑ­τοῦ ἐν­το­λῶν ἐρ­γά­την δό­κι­μον ἀ­να­δεί­ξῃ με. Καὶ πά­ρε­σό μοι ἀ­εὶ ὡς ἐ­λε­ή­μων, καὶ συμ­πα­θής, καὶ φι­λά­γα­θος, ἐν μὲν τῷ πα­ρόν­τι βί­ῳ, θερ­μὴ προ­στά­τις καὶ βο­η­θός, τὰς τῶν ἐ­ναν­τί­ων ἐ­φό­δους ἀ­πο­τει­χί­ζου­σα, καὶ πρὸς σω­τη­ρί­αν κα­θο­δη­γοῦ­σά με, καὶ ἐν τῷ και­ρῷ τῆς ἐ­ξό­δου μου, τὴν ἀ­θλί­αν μου ψυ­χὴν πε­ρι­έ­που­σα, καὶ τὰς σκο­τει­νὰς ὄ­ψεις τῶν πο­νη­ρῶν δαι­μό­νων πόῤ­ῥω αὐ­τῆς ἀ­πε­λαύ­νου­σα· ἐν δὲ τῇ φο­βε­ρᾷ ἡ­μέ­ρᾳ τῆς κρί­σε­ως, τῆς αἰ­ω­νί­ου με ῥυ­ο­μέ­νη κο­λά­σε­ως, καὶ τῆς ἀ­ποῤ­ῥή­του δό­ξης τοῦ σοῦ Υἱ­οῦ καὶ Θε­οῦ ἡ­μῶν κλη­ρο­νό­μον με ἀ­πο­δει­κνύ­ου­σα. Ἧς καὶ τύ­χοι­μι, Δέ­σποι­νά μου, ὑ­πε­ρα­γί­α Θε­ο­τό­κε, δι­ὰ τῆς σῆς με­σι­τεί­ας καὶ ἀν­τι­λή­ψε­ως· χά­ρι­τι καὶ φι­λαν­θρω­πί­ᾳ, τοῦ μο­νο­γε­νοῦς σου Υἱ­οῦ, τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ, καὶ Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. ᾯ πρέ­πει πᾶ­σα δό­ξα, τι­μὴ καὶ προ­σκύ­νη­σις, σὺν τῷ ἀ­νάρ­χῳ αὐ­τοῦ Πα­τρὶ καὶ τῷ πα­να­γί­ῳ καὶ ἀ­γα­θῷ καὶ ζω­ο­ποι­ῷ αὐ­τοῦ Πνεύ­μα­τι, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.

Εὐ­χὴ ἑ­τέ­ρα εἰς τὸν Κύ­ρι­ον ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν. (Ποί­η­μα Ἀν­τι­ό­χου μο­να­χοῦ τοῦ Παν­δέ­κτου)

Καὶ δὸς ἡ­μῖν, Δέ­σπο­τα, πρὸς ὕ­πνον ἀ­πι­οῦ­σιν, ἀ­νά­παυ­σιν σώ­μα­τος καὶ ψυ­χῆς· καὶ δι­α­φύ­λα­ξον ἡ­μᾶς ἀ­πὸ τοῦ ζο­φε­ροῦ ὕ­πνου τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, καὶ ἀ­πὸ πά­σης σκο­τει­νῆς καὶ νυ­κτε­ρι­νῆς ἡ­δυ­πα­θεί­ας. Παῦ­σον τὰς ὁρ­μὰς τῶν πα­θῶν, σβέ­σον τὰ πε­πυ­ρω­μέ­να βέ­λη τοῦ πο­νη­ροῦ, τὰ καθ᾿ ἡ­μῶν δο­λί­ως κι­νού­με­να· τὰς τῆς σαρ­κὸς ἡ­μῶν ἐ­πα­να­στά­σεις κα­τά­στει­λον, καὶ πᾶν γε­ῶ­δες καὶ ὑ­λι­κὸν ἡ­μῶν φρό­νη­μα κοί­μη­σον. Καὶ δώ­ρη­σαι ἡ­μῖν, ὁ Θε­ός, γρή­γο­ρον νοῦν, σώ­φρο­να λο­γι­σμόν, καρ­δί­αν νή­φου­σαν, ὕ­πνον ἐ­λα­φρόν, καὶ πά­σης σα­τα­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας ἀ­πηλ­λαγ­μέ­νον. Δι­α­νά­στη­σον δὲ ἡ­μᾶς ἐν τῷ και­ρῷ τῆς προ­σευ­χῆς, ἐ­στη­ριγ­μέ­νους ἐν ταῖς ἐν­το­λαῖς σου, καὶ τὴν μνή­μην τῶν σῶν κρι­μά­των ἐν ἑ­αυ­τοῖς ἀ­πα­ρά­θραυ­στον ἔ­χον­τας. Παν­νύ­χι­ον ἡ­μῖν τὴν σὴν δο­ξο­λο­γί­αν χά­ρι­σαι εἰς τὸ ὑ­μνεῖν, καὶ εὐ­λο­γεῖν, καὶ δο­ξά­ζειν τὸ πάν­τι­μον καὶ με­γα­λο­πρε­πὲς ὄ­νο­μά σου, τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Ὑ­πε­ρέν­δο­ξε, ἀ­ει­πάρ­θε­νε, εὐ­λο­γη­μέ­νη Θε­ο­τό­κε, προ­σά­γα­γε τὴν ἡ­με­τέ­ραν προ­σευ­χὴν τῷ Υἱ­ῷ σου καὶ Θε­ῷ ἡ­μῶν, καὶ αἴ­τη­σαι, ἵ­να σώ­σῃ δι­ὰ σοῦ τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν.
Ἡ ἐλ­πίς μου ὁ Πα­τήρ, κα­τα­φυ­γή μου ὁ Υἱ­ός, σκέ­πη μου τὸ Πνεῦ­μα τὸ Ἅ­γι­ον, Τρι­ὰς ἁ­γί­α, δό­ξα σοι.
Τὴν πᾶ­σαν ἐλ­πί­δα μου εἰς σὲ ἀ­να­τί­θη­μι, Μῆ­τερ τοῦ Θε­οῦ· φύ­λα­ξόν με ὑ­πὸ τὴν σκέ­πην σου.
Ἐ­πὶ Σοὶ χαί­ρει, Κε­χα­ρι­τω­μέ­νη, πᾶ­σα ἡ κτί­σις, Ἀγ­γέ­λων τὸ σύ­στη­μα καὶ ἀν­θρώ­πων τὸ γέ­νος· ἡ­γι­α­σμέ­νε Να­ὲ καὶ Πα­ρά­δει­σε λο­γι­κέ, Παρ­θε­νι­κὸν καύ­χη­μα· ἐξ ἧς Θε­ὸς ἐ­σαρ­κώ­θη καὶ παι­δί­ον γέ­γο­νεν ὁ πρὸ αἰ­ώ­νων ὑ­πάρ­χων Θε­ὸς ἡ­μῶν. Τὴν γὰρ Σὴν μή­τραν θρό­νον ἐ­ποί­η­σε καὶ τὴν Σὴν γα­στέ­ρα πλα­τυ­τέ­ραν οὐ­ρα­νῶν ἀ­πειρ­γά­σα­το. Ἐ­πὶ Σοὶ χαί­ρει, Κε­χα­ρι­τω­μέ­νη, πᾶ­σα ἡ κτί­σις· δό­ξα Σοι.

Εὐ­χὴ εἰς τὸν Ἄγ­γε­λον φύ­λα­κα τοῦ ἀν­θρώ­που.

Ἅ­γι­ε Ἄγ­γε­λε, ὁ ἐ­φε­στὼς τῆς ἀ­θλί­ας μου ψυ­χῆς καὶ τα­λαι­πώ­ρου μου ζω­ῆς, μὴ ἐγ­κα­τα­λί­πῃς με τὸν ἁ­μαρ­τω­λόν, μη­δὲ ἀ­πο­στῇς ἀπ᾿ ἐ­μοῦ δι­ὰ τὴν ἀ­κρα­σί­αν μου· μὴ δώ­ῃς χώ­ραν τῷ πο­νη­ρῷ δαί­μο­νι κα­τα­κυ­ρι­εῦ­σαί μου τῇ κα­τα­δυ­να­στεί­ᾳ τοῦ θνη­τοῦ τού­του σώ­μα­τος· κρά­τη­σον τῆς ἀ­θλί­ας καὶ πα­ρει­μέ­νης χει­ρός μου, καὶ ὁ­δή­γη­σόν με εἰς ὁ­δὸν σω­τη­ρί­ας. Ναί, ἅ­γι­ε Ἄγ­γε­λε τοῦ Θε­οῦ, ὁ φύ­λαξ καὶ σκε­πα­στὴς τῆς ἀ­θλί­ας μου ψυ­χῆς καὶ τοῦ σώ­μα­τος, πάν­τα μοι συγ­χώ­ρη­σον, ὅ­σα σοι ἔ­θλι­ψα πά­σας τὰς ἡ­μέ­ρας τῆς ζω­ῆς μου, καὶ εἴ τι ἥ­μαρ­τον τὴν σή­με­ρον ἡ­μέ­ραν· σκέ­πα­σόν με ἐν τῇ πα­ρού­σῃ νυ­κτὶ καὶ δι­α­φύ­λα­ξόν με ἀ­πὸ πά­σης ἐ­πη­ρεί­ας τοῦ ἀν­τι­κει­μέ­νου, ἵ­να μὴ ἔν τι­νι ἁ­μαρ­τή­μα­τι πα­ρορ­γί­σω τὸν Θε­όν· καὶ πρέ­σβευ­ε ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ πρὸς τὸν Κύ­ρι­ον τοῦ ἐ­πι­στη­ρί­ξαι με ἐν τῷ φό­βῳ αὐ­τοῦ καὶ ἄ­ξι­ον ἀ­να­δεῖ­ξαί με δοῦ­λον τῆς αὐ­τοῦ ἀ­γα­θό­τη­τος. Ἀ­μήν.
Θε­ο­τό­κε Παρ­θέ­νε, χαῖ­ρε κε­χα­ρι­τω­μέ­νη Μα­ρί­α, ὁ Κύ­ρι­ος με­τὰ Σοῦ· εὐ­λο­γη­μέ­νη Σὺ ἐν γυ­ναι­ξί, καὶ εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ καρ­πὸς τῆς κοι­λί­ας Σου, ὅ­τι Σω­τῆ­ρα ἔ­τε­κες, τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν (γ´).
Δό­ξα. Καὶ νῦν. Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον (γ´). [Εὐ­λό­γη­σον].

Ὁ Ἱ­ε­ρεὺς ἀ­μέ­σως τὴν Ἀ­πό­λυ­σιν.

Εἶ­τα ὁ Ἱ­ε­ρεὺς λέ­γει (ἀ­πο­κρι­νο­μέ­νων ἡ­μῶν τὸ Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον, συ­νε­χῶς).
Εὐ­ξώ­με­θα ὑ­πὲρ εἰ­ρή­νης τοῦ κό­σμου. Ὑ­πὲρ τῶν εὐ­σε­βῶν καὶ ὀρ­θο­δό­ξων Χρι­στι­α­νῶν. Ὑ­πὲρ τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που ἡ­μῶν (δεῖ­νος) καὶ πά­σης τῆς ἐν Χρι­στῷ ἡ­μῶν ἀ­δελ­φό­τη­τος. Ὑ­πὲρ τοῦ εὐ­σε­βοῦς ἡ­μῶν ἔ­θνους. Ὑ­πὲρ τοῦ εὐ­σε­βοῦς ἡ­μῶν Ἔ­θνους, πά­σης ἀρ­χῆς καὶ ἐ­ξου­σί­ας ἐν αὐ­τῷ. Ὑ­πὲρ εὐ­ο­δώ­σε­ως καὶ ἐ­νι­σχύ­σε­ως τοῦ φι­λο­χρί­στου στρα­τοῦ. Ὑ­πὲρ τῶν ἀ­πο­λει­φθέν­των πα­τέ­ρων καὶ ἀ­δελ­φῶν ἡ­μῶν. Ὑ­πὲρ τῶν δι­α­κο­νούν­των καὶ δι­α­κο­νη­σάν­των ἡ­μῖν. Ὑ­πὲρ τῶν μι­σούν­των καὶ ἀ­γα­πών­των ἡ­μᾶς. Ὑ­πὲρ τῶν ἐν­τει­λα­μέ­νων ἡ­μῖν τοῖς ἀ­να­ξί­οις, εὔ­χε­σθαι ὑ­πὲρ αὐ­τῶν. Ὑ­πὲρ ἀ­ναῤ­ῥύ­σε­ως τῶν αἰχ­μα­λώ­των. Ὑ­πὲρ τῶν ἐν θα­λάσ­σῃ κα­λῶς πλε­όν­των. Ὑ­πὲρ τῶν ἐν ἀ­σθε­νεί­αις κα­τα­κει­μέ­νων. Εὐ­ξώ­με­θα καὶ ὑ­πὲρ εὐ­φο­ρί­ας τῶν καρ­πῶν τῆς γῆς. Καὶ ὑ­πὲρ πάν­των τῶν προ­α­να­παυ­σα­μέ­νων πα­τέ­ρων καὶ ἀ­δελ­φῶν ἡ­μῶν, τῶν ἐν­θά­δε εὐ­σε­βῶς κει­μέ­νων, καὶ ἁ­παν­τα­χοῦ Ὀρ­θο­δό­ξων. Καὶ ὑ­πὲρ πά­σης ψυ­χῆς Χρι­στι­α­νῶν ὀρ­θο­δό­ξων. Μα­κα­ρί­σω­μεν τοὺς εὐ­σε­βεῖς Βα­σι­λεῖς. Τοὺς ὀρ­θο­δό­ξους Ἀρ­χι­ε­ρεῖς. [Τοὺς κτί­το­ρας τῆς ἁ­γί­ας Ἐκ­κλη­σί­ας (ἢ Μο­νῆς) ταύ­της], τοὺς γο­νεῖς ἡ­μῶν καὶ δι­δα­σκά­λους καὶ πάν­τας τοὺς προ­α­πελ­θόν­τας πα­τέ­ρας καὶ ἀ­δελ­φοὺς ἡ­μῶν, τοὺς ἐν­θά­δε εὐ­σε­βῶς κει­μέ­νους καὶ τοὺς ἁ­παν­τα­χοῦ ὀρ­θο­δό­ξους. Εἴ­πω­μεν καὶ ὑ­πὲρ αὐ­τῶν, τό· Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον· Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον· Κύ­ρι­ε, ἐ­λέ­η­σον.
Ὁ Ἱ­ε­ρεὺς ποι­ῶν τὸ ση­μεῖ­ον τοῦ τι­μί­ου Σταυ­ροῦ μεθ᾿ ὑ­πο­κλί­σε­ως, ἐ­πι­λέ­γει· Δι᾿ εὐ­χῶν τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν, Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στέ, ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς.
Ὁ Ἀ­να­γνώ­στης· Ἀ­μήν.

ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ

Ὁδηγίες Προσευχῆς

Προσευχές γιά τήν κατάθλιψη.Ψαλμοί πού χρησιμοποιοῦσε ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ὁ Καππαδόκης
    1. 1)Πρωϊνή προσευχή, 2)Προσευχή τῶν πατέρων τῆς Ὄπτινα, 3)Προσευχή τοῦ Γέροντος Σωφρονίου
    2. Προσευχές γιά τό τραπέζι (γιά τό γεύμα καί τό δεῖπνο)

    3. Προσευχὲς κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας

    4. Εὐχή πρό τοῦ ὑπνῶσαι (Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου)

    5. Εὐχή εἰς τόν φύλακαν Ἄγγελον

    6. Προσευχές τῆς Θείας Κοινωνίας (Παιδικό ἐγκόλπιο)

    7. Προσευχή κατά την χαραυγή
    8. Eἰς τάς ἀπαρχάς τῆς ἡμέρας. π.Σαράντης Σαράντος
    9. Α΄. Πρίν τήν ἐξομολόγηση-Προσευχή πρίν τήν αὐτοεξέταση
    10. “Προετοιμασία για την εξομολόγηση”
    11. Προσευχή-εὐχαριστία μετά τήν Θεία Λειτουργία καί τήν Θεία Κοινωνία.
    12. Κατάθλιψη, ψυχικές αρρώστειες, λύπη: Προσευχές
    13. Το τυπικό της προσευχής του Γέροντα Παϊσίου Αγιορείτου
    14. Προσευχή αἰτήσεως δακρύων
    15. Προσευχή τῶν συζύγων καί τῆς οἰκογένειας
    16. Προσευχή ενός ηλικιωμένου
    17. Ἡ χρήση τῶν ψαλμῶν τοῦ Δαυΐδ ἀπό τόν Ἅγιο Ἀρσένιο τόν Καππαδόκη καί τόν π. Παΐσιο
    18. Τί είναι και τί περιέχει η ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με» ;
    19. Σύντομη ἑρμηνεία τοῦ «Πάτερ ἡμῶν».
    20.  Ἡ προσευχή τοῦ γέροντα Παϊσίου
    21. Παρακλητική καί ἐξομολογητική προσευχή τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ στόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Πρόδρομο

    22. Ἐπίκλησις βοηθείας παρὰ Θεοῦ

    23.  Τυρινῆς:Εὐλόγησε Κύριε τούς ἐχθρούς μου (Ἁγ. Νικολάου Ἀχρίδος).

    24. Προσευχή μέσω ψαλμῶν πρός Θεία βοήθεια

    25. Σχέδιο Ἁπλῆς καὶ Ἐγκαρδίου Προσευχῆς

    26. Πατήρ Ἰωάννης τῆς μονῆς τῶν σπηλαίων Πσκώφ "Προσευχή γιά τή δωρεά τῆς ευχῆς τοῦ Ἰησοῦ

    27. Δώρησέ μου μετάνοια, Κύριε...

    28. Ἁγίου Φιλαρέτου Μητροπολίτου Μόσχας-Προσευχή ἐμπιστοσύνης πρός τόν Κύριο

    29. Προσευχή περί τῶν συγγνωστῶν καί μικρῶν ἁμαρτημάτων. Γέρων Μάρκελλος Καρακαλληνός

    30. Προσευχή στόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστό, κατανυκτική καί ἱκετήριος (Αγίου Συμεών του Θαυμαστορείτου - για τους αισχρούς λογισμούς)

    31. Εὐχή πρίν ἀπό τήν ἀνάγνωση ἱερῶν κειμένων

http://hristospanagia3.blogspot.co.at/2011/12/blog-post_4740.html

Fathers of church about fasting

Fathers of church about fasting
 Beware of limiting the good of fasting to mere abstinence from meats. Real fasting is alienation from evil. ‘Loose the bands of wickedness.’ For give your neighbour the mischief he has done you. Forgive him his trespasses against you. Do not ‘fast for strife and debate.’ You do not devour flesh, but you devour your brother. You abstain from wine, but you indulge in outrages. You wait for evening before you take food, but you spend the day in the law courts. Woe to those who are ‘drunken, but not with wine.’ Anger is the intoxication of the soul, and makes it out of its wits like wine.
St. Basil, in his homilies on the Holy Spirit

ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ LORD JESUS CHRIST 3. ΑΡΧ. ΣΑΒΒΑΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ

«Θεία Ψυχανάλυση». Ἀρχ. Σάββας Ἁγιορείτης

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Κανὼν Ἱκετήριος εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν

Ὁ Μέγας Παρακλητικὸς Κανὼν τῆς Παναγίας

Παρακλητικός Κανών Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

Παρακλητικός Κανών Οσίου Αρσενίου - Βατοπαίδι Χαλκιδικής