Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου,
Ιδρυτού της Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου
Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης (1866-1938),
Αθήνα 1988, δ΄ εκδ. σελ. 195-200
Ιδρυτού της Σταυροπηγιακής Μονής Τιμίου Προδρόμου
Ὁ Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης (1866-1938),
Αθήνα 1988, δ΄ εκδ. σελ. 195-200
Ο Θεός, όντας φως στο οποίο «σκοτία οὐκ ἔστιν οὐδεμία», εμφανίζεται πάντοτε στο φως και ως φως.
Το άκτιστο φως είναι ως προς την φύση του
θεία ενέργεια, κάτι τελείως διαφορετικό από το φυσικό φως. Κατά τη θέα
του επικρατεί προπαντός η αίσθηση του ζωντανού Θεού, που απορροφά
ολόκληρο τον άνθρωπο· άϋλη αίσθηση του ’ϋλου· αίσθηση νοερή και όχι
λογική· αίσθηση μ' εξουσιαστική δύναμη που αρπάζει τον άνθρωπο σ' άλλο
κόσμο, αλλά τόσο γαλήνια, που αυτός δεν αντιλαμβάνεται την στιγμή που
του συνέβηκε αυτό και δεν ξέρει αν ο ίδιος βρίσκεται στο σώμα ή εκτός
του σώματος. Αποκτά τότε συνείδηση του εαυτού του τόσο ενεργητική και
βαθειά , όσο ποτέ άλλοτε στην συνηθισμένη ζωή, και συγχρόνως λησμονεί
τον εαυτό του και τον κόσμο, πλημμυρισμένος από τη γλύκα της αγάπης του
Θεού. Βλέπει με το πνεύμα τον Αόρατο, Τον αναπνέει, βρίσκεται όλος κοντά
Του.
Μ' αυτήν την υπέρλογη αίσθηση του ζωντανού
Θεού που ξεχειλίζει τα πάντα συνενώνεται θέα φωτός, αλλά φωτός
διαφορετικού στη φύση του από το φυσικό φως. Ο ίδιος ο άνθρωπος μένει
τότε στο φως κι εξομειώνεται με το φως που βλέπει, πνευματοποιείται απ'
αυτό και δεν βλέπει και δεν αισθάνεται ούτε την δική του υλικότητα ούτε
την υλικότητα του κόσμου.